Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Λιβύη: Το παρασκήνιο της επέμβασης

(Κλικ επάνω στον Χάρτη για μεγέθυνση)

Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος
για την επέμβαση στη Λιβύη;
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για όσους δεν έχουν ασχοληθεί με τις ιδιαιτερότητες αυτής της χώρας και εκείνες του Ηγέτη της...

Αρκετοί σχολιαστές και αρθρογράφοι έχουν προβληματιστεί από το πραγματικά περίεργο γεγονός. ότι οι επαναστάτες της Λιβύης βρήκαν το χρόνο να συστήσουν τη δική τους κεντρική τράπεζα, πριν καν φτιάξουν κυβέρνηση.
Το Economic Policy Journal γράφει: «Ποτέ άλλοτε δεν ακούστηκε, εν μέσω εξέγερσης, να δημιουργείται μια κεντρική τράπεζα. Άρα δεν μιλάμε για κάποιους άξεστους αντάρτες, και μάλλον υπάρχουν κάποιες πολύ ισχυρές επιρροές».
Το CNBC αναρωτιέται: «Πρώτη φορά βλέπουμε επαναστατική ομάδα να προχωρά σε δημιουργία κεντρικής τράπεζας εν μέσω εξέγερσης. Πόσο ισχυροί έχουν γίνει αυτοί οι κεντρικοί τραπεζίτες;».
Μια άλλη ανωμαλία, σε σχέση με την επίσημη δικαιολογία της επέμβασης στη Λιβύη είναι η εξής: Υποτίθεται πως η επέμβαση έγινε για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα στοιχεία όμως άλλα λένε. Σύμφωνα με το Fox News, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ επαινεί τη Λιβύη που «έχει κάνει τα ανθρώπινα δικαιώματα προτεραιότητα, και που προστατεύει νομικά τους πολίτες της». Μια ρωσική αποστολή ιατρών, αναφέρει σε επίσημη αναφορά της προς τον πρόεδρο Medvedev ότι ελάχιστοι λαοί έχουν τόσες ανέσεις όσες ο λαός της Λιβύης. Διαθέτουν πολύ καλά νοσοκομεία και δωρεάν περίθαλψη. Τα νέα ζευγάρια επιδοτούνται, τα αυτοκίνητα κοστίζουν πολύ φτηνά, τα καύσιμα είναι επίσης φτηνά, οι αγρότες δεν φορολογούνται, κλπ.
Ακόμη κι αν όλα αυτά είναι προπαγάνδα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Καντάφι έφερε νερό στην έρημο, κατασκευάζοντας το μεγαλύτερο αρδευτικό έργο στην ιστορία, αξίας $33 δισ.
Η εξήγηση ότι όλα έγιναν για το πετρέλαιο είναι επίσης προβληματική. Η χώρα παράγει μόλις το 2% του παγκόσμιου πετρελαίου. Το κενό μπορεί κάλλιστα να αναπληρωθεί από τα αποθεματικά της Σ. Αραβίας. Άρα γιατί αυτή η σπουδή για δημιουργία κεντρικής τράπεζας;
Υπάρχει μια συνέντευξη του Αμερικανού στρατηγού ε.α Wesley Clark, που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Όπως λέει ο στρατηγός, το 2001 τον ενημέρωσαν πως η Αμερική σκοπεύει να πολεμήσει με το Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο, τη Σομαλία, το Σουδάν, το Ιράν, και τη Λιβύη.
Τι κοινό έχουν αυτές οι χώρες; Σε τραπεζικό επίπεδο, καμία τους δεν αποτελεί μέλος της Bank for International Settlements (BIS). Αυτό το στοιχείο τις εξαιρεί από το μακρύ χέρι των ελέγχων της «κεντρικής τράπεζας των κεντρικών τραπεζών» της Ελβετίας. Οι πιο ανυπότακτες όλων είναι η Λιβύη και το Ιράκ. Και οι δυο έχουν ήδη δεχτεί επίθεση. Στο Examiner.com αναφέρεται πως 6 μήνες πριν οι ΗΠΑ μπουν στο Ιράκ, η χώρα είχε προχωρήσει στην αποδοχή ευρώ αντί δολαρίων για το πετρέλαιό της. Αυτή η κίνηση απειλούσε τη παγκόσμια κυριαρχία του δολαρίου ως «πετροδολάριο».
Σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα, ο Καντάφι είχε ξεκινήσει προσπάθεια άρνησης του δολαρίου και του ευρώ, και κάλεσε τις αφρικανικές και αραβικές χώρες να πουλάνε πετρέλαιο σε ένα νέο νόμισμα, το χρυσό δηνάριο. Μάλιστα προωθούσε την ιδέα μιας ενωμένης Αφρικής με 200 εκατομμύρια κατοίκους, που θα χρησιμοποιούσε αυτό το νέο νόμισμα. Οι μόνοι αντίθετοι στη πρόταση του ήταν η Νότιος Αφρική και ο επικεφαλής του Αραβικού Συνδέσμου. Αυτή η πρωτοβουλία θεωρήθηκε ως απειλή για την οικονομική σταθερότητα του πλανήτη, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την ΕΕ. Ο Καντάφι όμως δεν φάνηκε να πτοείται.
Και έτσι ξαναγυρνάμε στο αίνιγμα της νέας λιβυκής κεντρικής τράπεζας. Όπως αναφέρει το Market Oracle, η κεντρική τράπεζα της Λιβύης είναι 100% κρατική. Η κυβέρνηση τυπώνει το δικό της χρήμα (δηνάριο) μέσω της δικής της τράπεζας. Η χώρα είναι αυτάρκης, διαθέτει πόρους, είναι κυρίαρχη, και συνεπώς μπορεί να ορίζει την οικονομική της μοίρα. Το μεγάλο πρόβλημα των τραπεζικών καρτέλ της παγκοσμιοποίησης είναι ότι για να κάνουν δουλειές με τη Λιβύη, πρέπει να περάσουν από τη κεντρική της τράπεζα, και το εθνικό της νόμισμα, στα οποία όμως δεν έχουν καμιά επιρροή. Για αυτό και η διάλυση αυτής της τράπεζας μπορεί να μην αναφέρεται στις ομιλίες του Ομπάμα και του Σαρκοζί, αλλά σίγουρα αποτελεί βασικό λόγο για την επίθεσή τους στον Καντάφι.
Η Λιβύη δεν διαθέτει μόνο πετρέλαιο. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η κεντρική της τράπεζα έχει περίπου 144 τόνους χρυσού στα θησαυροφυλάκια της. Με αυτόν τον θησαυρό, ποιος χρειάζεται την BIS, ή το ΔΝΤ και τους κανόνες του;
Για αυτό ας εξετάσουμε τους κανόνες της BIS και την επίδρασή τους στις τοπικές οικονομίες. Σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της BIS, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να έχουν ως κύριο σκοπό τους την σταθερότητα των τιμών. Και θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες από τις κυβερνήσεις, ώστε να μην επηρεάζονται από πολιτικές βουλήσεις. Θα πρέπει να υπάρχει σταθερή χρηματική προσφορά, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται την επιβάρυνση του λαού με ξένο χρέος. Οι κεντρικές τράπεζες αποθαρρύνονται από το να τυπώνουν χρήμα, και να το χρησιμοποιούν για το καλό του κράτους, είτε άμεσα, είτε ως δάνειο.
Σύμφωνα με άρθρο της Asia Times του 2002, «οι κανόνες της BIS εξυπηρετούν απλά το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, ακόμη και εις βάρος των εθνικών οικονομιών. Η BIS κάνει στα εθνικά τραπεζικά συστήματα αυτό που το ΔΝΤ κάνει στα εθνικά νομισματικά καθεστώτα. Οι εθνικές οικονομίες που πέφτουν θύμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, δεν εξυπηρετούν πλέον τα εθνικά συμφέροντα».
Η άποψη είναι ότι αν μια κυβέρνηση δανειστεί από δική της κεντρική τράπεζα, αυτό οδηγεί σε πληθωρισμό. Αν δανειστεί όμως από ξένες τράπεζες ή από το ΔΝΤ, αυτό δεν ισχύει. Στη πραγματικότητα όμως όλες οι τράπεζες τυπώνουν τα χρήματα που δανείζουν, είτε είναι ιδιωτικές, είτε κρατικές. Το περισσότερο καινούργιο χρήμα σήμερα προέρχεται από τραπεζικό δανεισμό. Αν το δανειστείς από κρατική κεντρική τράπεζα, είναι σχεδόν πάντα χωρίς επιτόκιο, και αυτό αποδείχθηκε ότι μειώνει το κόστος των δημοσίων προγραμμάτων κατά 50% (μέσο όρο).
Έτσι ακριβώς λειτουργεί το σύστημα της Λιβύης. Και έτσι εξηγείται το πώς η Λιβύη βρίσκει χρήματα για δωρεάν εκπαίδευση και δωρεάν ιατρική περίθαλψη. Έτσι μπορεί και δίνει στα νέα ζευγάρια άτοκα δάνεια ύψους $50.000. Και έτσι βρέθηκαν τα $33 δισ. που έφτιαξαν το πελώριο αρδευτικό έργο στη έρημο. Μάλιστα, οι σφοδροί αεροπορικοί βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ απειλούν τώρα το συγκεκριμένο έργο. Άρα, ο πόλεμος είναι για το πετρέλαιο ή για τις τράπεζες; Μπορεί και για τα δυο. Μπορεί και για το νερό. Αν διαθέτει ενέργεια, νερό, και άφθονη πίστωση για να δημιουργήσει υποδομές, τότε ένα κράτος δεν χρειάζεται ξένους δανειστές. Και αυτή είναι η απειλή που προκαλεί η Λιβύη. Το να δείξει στον κόσμο τι είναι δυνατόν να γίνει. Τα περισσότερα κράτη μπορεί να μην διαθέτουν πετρέλαιο, διαθέτουν όμως νέες τεχνολογίες, που μπορούν να καταστήσουν τις οικονομίες τους μη εξαρτώμενες
από το πετρέλαιο, ειδικά αν μπορούν να δανειστούν από κρατικές κεντρικές τράπεζες, μειώνοντας στο μισό τα έξοδά τους.
Η ανεξαρτησία από την εξάρτηση της ενέργειας ελευθερώνει τις χώρες από τα δίχτυα των διεθνών τραπεζιτών, και από την ανάγκη να μετατοπίσουν την παραγωγή της οικονομίας του από την εσωτερική αγορά στη διεθνή αγορά, έτσι ώστε να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Αν πέσει η κυβέρνηση του Καντάφι, θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε αν η νέα κεντρική τράπεζα σπεύσει να ενταχθεί στην BIS, και αν η εθνικοποιημένη πετρελαϊκή βιομηχανία πουληθεί σε επενδυτές, και τέλος αν η ιατρική περίθαλψη αλλά και η παιδεία, συνεχίσουν να είναι δωρεάν.


S.A. από Prison Planet


http://www.antinews.gr/2011/04/16/96963/


Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ακκάδιοι (Akkadians)

Η Ακκαδική Αυτοκρατορία
την 3η χιλιετία π.Χ.

Ἀκκάδιοι: Οι κάτοικοι του βορείου τμήματος της Κάτω (νότιας) Μεσοποταμίας. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι αρχικοί κάτοικοι της περιοχής ήσαν οι λεγόμενοι Ουμπαϊντινοί, οι δημιουργοί του ομώνυμου νεολιθικού πολιτισμού της Μεσοποταμίας (περίπου 4300-3600 π.Χ.), που πήρε το όνομά του από τα ευρήματα στο Τελλ (=γήλοφος) του Αλ-Ουμπαΐντ (Al-Ubaid) της νότιας όχθης του Ευφράτη, πολύ κοντά στην μετέπειτα περίφημη Σουμεριακή πόλη της Ουρ (Ur).
Τα αρχαιότερα ευρήματα του πολιτισμού Αλ-Ουμπαΐντ (βλ. Πίνακα παρακάτω) αποτελούν τις πρώτες μαρτυρίες για τον αποικισμό των βαλτότοπων που αποτελούσαν, στην μακρινή εκείνη εποχή, την κοιλάδα κοντά στο Δέλτα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Οι δημιουργοί αυτού του πολιτισμού πέτυχαν να πραγματοποιήσουν έναν μοναδικό άθλο για εκείνα τα χρόνια: Να αποστραγγίσουν και στην συνέχεια να αρδεύσουν την κοιλάδα, εγχείρημα όχι μόνον βαρύ και δύσκολο, αλλά και επίτευγμα που προϋποθέτει οργάνωση, τεχνικές γνώσεις καθώς και ομαδική εργασία μεγάλων ανθρωπίνων συνόλων. Οι Ουμπαϊντινοί κατάφεραν να αναπτύξουν έτσι μια Γεωργία ικανή να συντηρεί ολοένα και μεγαλύτερους αριθμούς ατόμων, που είχε ως αποτέλεσμα ο επί πλέον πληθυσμός να αρχίσει βαθμιαία την επέκτασή του προς τα Βόρεια και Δυτικά της κοιλάδας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι

ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑ
Πολιτιστικές Φάσεις (Αρχαιολογικές ακολουθίες)
και Ιστορικές Δυναστείες

Μεσολιθική περίοδος                          9000-7000 π.Χ.

Πολιτισμός Τζάρμο (Jarmo)             7000/6000 - 6750/5800

        «        Χασούνα (Hassuna)         6000/5400 - 5800-5200

        «        Χαλάφιος (Halaf)            5400/4500 - 5200/4300

        «        Ουμπαΐντ (Ubaid)          4500/3800 - 4300/3600

       «        Ουρούκ I-II-ΙΙΙ (Uruk)     3800/3200 - 3600/3150

       « Tζαμντάτ-Νασρ (Jamdat-Nasr) 3200/2900 - 3150/2800

Πρώϊμη Δυναστική Ι                        2900/2700 - 2800/2700

Πρώϊμη Δυναστική ΙΙ                      2700/2600 - 2700/2500

Πρώϊμη Δυναστική ΙΙΙa                   2600/2500 - 2500/2400

Πρώϊμη Δυναστική ΙIIb                   2500/2371 - 2400/2230

Ακκαδική Δυναστεία                     2371/2230 - 2230/2090

Γκούτοι                                            2230/2112 - 2090/2048

3η Δυναστεία της Ουρ                     2112/2006 - 2047/1940

1η Δυναστεία της Ισίν                      2006/1848 - 1940/1793

2η Βαβυλωνιακή Δυναστεία            1848/1750 - 1792/1595
(Χαμμουραμπί)

Σημείωση: Στην πρώτη στήλη οι χρονολογίες δίνονται με την υψηλή χρονολόγηση, ενώ στην δεύτερη με την χαμηλή. Σχετικά βλ. στο C.A.H. Vol. I parts 2A-2B (C.U.P. 1971) και Crawford, Harriet: Sumer and the Sumerians – C.U.P. Cambridge 1991, καθώς και στα G. Wilhelm: The Hurrians– “Aris & Phillips” Warminster – England, 1994 και Potts, D. T.: The Archaeology of Elam – “C. U. P.” Cambridge 1999.

Όλες οι ενδείξεις πάντως, μας οδηγούν να δεχθούμε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής προέρχονταν από τις βόρειες ορεινές περιοχές κατά μήκος του Τίγρη και εγκαταστάθηκαν αρχικά στις εκτάσεις του Δέλτα γύρω στο 4300 π.Χ. Στα επόμενα 700 χρόνια σημειώθηκε διήθηση νομάδων από την Αραβική και Συριακή έρημο, Σημιτικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Από την συγχώνευση αυτών των δύο διαφορετικών φυλετικών στοιχείων προέκυψε τελικώς ο λαός του Αλ-Ουμπαΐντ, ο οποίος εξαπλώθηκε και αποίκησε σταδιακά ολόκληρο το νότιο τμήμα της χώρας (Κάτω Μεσοποταμία).
Τους αιώνες που ακολούθησαν σημειώθηκαν διαφορετικές εξελίξεις στο Βόρειο και στο Νότιο τμήμα της Κάτω Μεσοποταμίας: Στις περιοχές του Δέλτα χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού από τον περίφημο «Κατακλυσμό», αλλά σύντομα θα κατοικηθεί από έναν νέο λαό, προερχόμενο από ΒΑ, από την κατεύθυνση της οροσειράς του Ζάγρου, ο οποίος σύντομα θα αφομοιώσει τα εναπομείναντα πληθυσμιακά στοιχεία που επέζησαν. Οι νεοφερμένοι ονομάσθηκαν λαός της Ουρούκ (Uruk), από την ομώνυμη Σουμεριακή πόλη, που όπως προκύπτει ιδρύθηκε την εποχή αυτήν (Περίοδος Ουρούκ, 3600-3150 π.Χ.).
Στην επόμενη πολιτιστική φάση (Περίοδος Τζαμντάτ-Νασρ, Jemdet /Jemdat /Jamdat-Nasr 3150-2800 ή 3200-2900 π.Χ.), η οποία αποτελεί συνέχεια, αλλά και το αποκορύφωμα της περιόδου Ουρούκ (αυτός είναι και ο λόγος που συχνά η φάση αυτή αποκαλείται Ουρούκ ΙΙΙ, εποχή σπουδαίων πολιτιστικών επιτευγμάτων, όπως η εφεύρεση της γραφής) θα σημειωθεί και νέα είσοδος πληθυσμιακών στοιχείων από τα ανατολικά με αποτέλεσμα να προκύψουν με αυτόν τον τρόπο (με την συγχώνευση των τριών προαναφερθέντων φυλετικών στοιχείων), οι περίφημοι Σουμέριοι. Από τότε το νότιο τμήμα της Κάτω Μεσοποταμίας, η περιοχή του Δέλτα, θα μείνει γνωστό στην Ιστορία ως Χώρα του Σουμέρ.
Αντίθετα, οι εξελίξεις ακολούθησαν άλλη πορεία στις βορειότερες περιοχές. Το Σημιτικό στοιχείο εξακολούθησε να επικρατεί ως κύριο στοιχείο του πληθυσμού, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι του βορείου τμήματος της Κάτω Μεσοποταμίας να αποκτήσουν άλλη φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά, έτσι ώστε η περιοχή να γίνει γνωστή ως η Χώρα της Ακκάδ, ενώ ο λαός που προέκυψαν από την συγχώνευση των αρχικών Ουμπαϊντινών με τους Σημίτες που εγκαταστάθηκαν εδώ θα γίνουν γνωστοί ως Ακκάδιοι.
Βαθμιαία, θα πραγματοποιηθεί στους επόμενους αιώνες (στην διάρκεια της περιόδου που είναι γνωστή στους Ιστορικούς και Αρχαιολόγους ως Πρώϊμη Δυναστική περίοδος – Early Dynastic 2900/2800-2371 π.Χ.), μια διάχυση μεταξύ των κατοίκων της βορειότερης περιοχής με αυτούς του Νότου και θα επέλθει κάποια ομογενοποίηση, αλλά η δυαδικότητα που σημειώσαμε, θα χαρακτηρίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα την χώρα, γεγονός που αποτυπώνεται στον χαρακτηρισμό της νότιας (Κάτω) Μεσοποταμίας ως «Γη του Σουμέρ και της Ακκάδ», που συχνά μνημονεύεται σε μετέπειτα χρόνους (βλ λεπτομέρειες για την Πρώϊμη Δυναστική περίοδο στο λήμμα Σουμέριοι).
Τα μέσα του 24ου αιώνα π.Χ. θεωρούνται ως μία από τις σπουδαιότερες περιόδους στην Ιστορία της Μεσοποταμίας, για αρκετούς και σοβαρούς λόγους. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί πριν απ’ όλα την ουσιαστική απομάκρυνση των Σουμερίων από την πρωτοπορία που διατηρούσαν μέχρι τότε στα ιστορικά και πολιτιστικά γεγονότα της ευρύτερης περιοχής. Χαρακτηρίζει επίσης την χρονική στιγμή που για πρώτη φορά στην Μεσοποταμία δημιουργείται μια μεγάλη και ισχυρή αυτοκρατορία. Τέλος αποτελεί την έναρξη μιας περιόδου που οι Ακκάδιοι θα κυριαρχήσουν όχι μόνον πολιτικά σε μια τεράστια έκταση, αλλά θα διαδώσουν και την Σουμερο-Ακκαδική σφηνοειδή γραφή σε όλες σχεδόν τις χώρες της Μέσης Ανατολής, είτε με τις κατακτήσεις τους είτε με τις εμπορικές συναλλαγές τους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα για περισσότερα από 1000 χρόνια η Ακκαδική γλώσσα και γραφή να αποτελέσουν το επίσημο διπλωματικό όργανο επικοινωνίας των Μεγάλων Δυνάμεων της αρχαιότητος στην Δυτική Ασία.
Η αυτοκρατορία που προαναφέραμε υπήρξε δημιούργημα του περίφημου Σαργών της Ακκάδ (Sargon, Sharru-kin = «Ο βασιλιάς είναι δίκαιος»), μιας από τις σημαντικότερες μορφές της Ιστορίας της Μεσοποταμίας, ιδρυτή της ένδοξης Ακκαδικής Δυναστείας (2371-2230 π.Χ. σύμφωνα με την υψηλή χρονολόγηση που ακολουθούμε στο παρόν έργο).
Τα πρώτα βήματα της ζωής και της σταδιοδρομίας του Σαργών, του οποίου το πραγματικό όνομα αγνοούμε, περιβάλλονται από μυστήριο και από μια σειρά παράδοξων γεγονότων που σίγουρα ανήκουν στον χώρο της φαντασίας και του μύθου. Πιθανολογείται ότι οι περισσότερες από τις σχετικές καταγραφές που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, ανάγονται σε διαδόσεις της εποχής που καλλιεργήθηκαν έντεχνα από τον ίδιο, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση στους υπηκόους του ότι υπήρχε κάτι το θαυμαστό και μεταφυσικό στην όλη υπόθεση. Παρόμοιες ιστορίες για μεγάλους άνδρες, βασιλείς, θρησκευτικούς ηγέτες και ήρωες, που κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και μύθου, συναντάμε στις παραδόσεις πολλών λαών και ίσως αποτελούν προϊόντα παρόμοιων μεθοδεύσεων. Έτσι, η παράδοση για την κρυφή γέννησή του σε κάποιο ασήμαντο χωριό στις όχθες του Ευφράτη, η τοποθέτησή του από την μητέρα του σε ένα καλάθι που εγκαταλείφθηκε στο ρεύμα του ποταμού, η τυχαία ανεύρεση και η θαυμαστή διάσωσή του από έναν χωρικό, είναι ταυτόσημη με την διήγηση της Βίβλου για τον νεογέννητο Μωϋσή. Σε ένα επόμενο στάδιο της ζωής του, ο άσημος και ταπεινής καταγωγής νεαρός, σύμφωνα με τις καταγραφές της εποχής, τέθηκε κάτω από την προστασία της θεάς Ιστάρ (Αστάρτη) και με την βοήθειά της, θα εισέλθει στην υπηρεσία του ηγεμόνα της σουμεριακής πόλης Κιςς (Kish). Η μετέπειτα σταδιοδρομία του δεν είναι επαρκώς γνωστή, αλλά και πάλι συνοδεύεται από παρόμοιες διηγήσεις, όπου εξιστορείται με ποιόν τρόπο κέρδισε την εύνοια του ύψιστου θεού των Βαβυλωνίων Μαρδούκ, παρακούοντας τις διαταγές του ανευλαβούς ηγεμόνα του Κις, ο οποίος σκόπιμα επεδίωξε να προσβάλει τον θεό. Τελικώς, με την βοήθεια του Μαρδούκ, ο Σαργών θα ιδρύσει την πόλη Αγάδη ή Ακκάδ (Agade, Αγκαντέ στα σουμεριακά – Akkadou, Ακκαντού στα ακκαδικά), η οποία θα γίνει η πρωτεύουσα του βασιλείου του.
Από αυτό το σημείο και πέρα, η ζωή και τα επιτεύγματα του Σαργών, ανήκουν πλέον στα ιστορικώς επιβεβαιωμένα γεγονότα, τα οποία ανταποκρίνονται σε πραγματικές ενέργειες και δραστηριότητες του ικανότατου ιδρυτή της Ακκαδικής Δυναστείας.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πανίσχυρη αυτή Σημιτική δυναστεία θα διατηρηθεί στην εξουσία για περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Σαργών και η εποχή της, όπως προαναφέραμε, υπήρξε σταθμός για την Ιστορία της Μεσοποταμίας και των γειτονικών της χωρών.
Η πρώτη και σημαντικότερη σύγκρουση του Σαργών, θα τον φέρει αντιμέτωπο με μια εξ ίσου σημαντική προσωπικότητα της εποχής, με τον κυβερνήτη (ensi, στα σουμεριακά) της πόλης-κράτους της Ούμμα (Umma), τον Λουγκαλζαγκεσί (Lugalzaggesi), ο οποίος είχε αρχίσει επίσης να δημιουργεί την ίδια περίπου χρονική περίοδο, ένα εκτεταμένο Βασίλειο στην Σουμερία. Ο Λουγκαλζαγκεσί, θα ξεκινήσει τις κατακτήσεις του συντρίβοντας αρχικά τις δυνάμεις της Λαγκάςς (Lagash), μιας γειτονικής πόλης-κράτους, που είχε συχνά ταπεινώσει στρατιωτικά την Ούμμα, στις μεταξύ τους μεθοριακές διαμάχες. Ο Λουγκαλζαγκεσί, θα εκδικηθεί σκληρά την Λαγκάς για αυτές τις ταπεινώσεις του παρελθόντος, καταστρέφοντας βάρβαρα την ανταγωνίστρια πόλη.
Στην συνέχεια θα καταλάβει την σημαντικότατη σουμεριακή πόλη της Ουρούκ, όπου θα ανακηρυχθεί βασιλεύς, την περίφημη Ουρ, την Λάρσα (Larsa), καθώς και την Νιππούρ (Nippur), το σπουδαιότερο θρησκευτικό κέντρο των Σουμερίων. Ο Λουγκαλζαγκέζι θα ονομασθεί με όλες τις επίσημες τιμές «Βασιλεύς της Κιςς», λαμβάνοντας έτσι τον αρχαίο τίτλο της επικυριαρχίας (βλ. λεπτομέρειες για το θέμα αυτό στο λήμμα Σουμέριοι) επί των πόλεων της Σουμερίας (3η Δυναστεία της Ουρούκ).
Στην σύγκρουσή του όμως με τον Σαργών δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει. Ο Σαργών θα καταλάβει αρχικά την ίδια την Ουρούκ με μια ξαφνική επίθεση και στην συνέχεια θα συντρίψει τις δυνάμεις του Λουγκαλζαγκέζι συλλαμβάνοντάς τον αιχμάλωτο. Οι υπόλοιπες πόλεις της Σουμερίας θα καταληφθούν η μία μετά την άλλη. Ο Σαργών θα πάρει τότε τον τίτλο «Βασιλεύς της Κιςς», ενοποιώντας έτσι για πρώτη φορά ολόκληρη την Κάτω Μεσοποταμία κάτω από μια συγκεντρωτική κυβέρνηση, ανάλογη με των Φαραώ της Αιγύπτου.
Σύντομα αρχίζει ο εκσημιτισμός της Σουμερίας που θα ενταθεί στους επόμενους αιώνες. Αυτό βέβαια δεν σήμανε και το τέλος του Σουμεριακού πολιτισμού, μια και οι Ακκάδιοι είχαν μυηθεί επί αιώνες σ’ αυτόν, γεγονός που δικαιολογεί και το γιατί τήρησαν πιστά τις παραδόσεις του ακόμη και μετά από την επικράτησή τους στην χώρα. Αλλά όπως παρατηρεί και ο μεγάλος Άγγλος αρχαιολόγος και ιστορικός της Μεσοποταμίας, Σερ Λέοναρντ Γούλλεϋ (Sir Leonard Woolley):
«…οι Ακκάδιοι, πολύ λίγο κατόρθωσαν να αναπτύξουν (τον Σουμεριακό πολιτισμό) και η ανάμειξη του Σημιτικού στοιχείου, καθώς και η τελική του επικράτηση, είχαν ως αποτέλεσμα την αποτελμάτωση του πολιτισμού…»
UNESCO : Ιστορία της Ανθρωπότητος – τόμος Α΄ σελ. 342 - Αθήνα 1966

Σε μια επόμενη φάση κατακτητικών δραστηριοτήτων, ο Σαργών με τις εκστρατείες του στις χώρες γύρω από τον Περσικό κόλπο θα ελέγξει σύντομα όλο το προσοδοφόρο εμπόριο με τις Ινδίες και τα πολύτιμα υλικά αυτών των περιοχών.
Τελικώς, με τις κατακτήσεις του στον Βορρά, όπου θα υποτάξει την Σουμπαρτού και θα εκτοπίσει τους αρχικούς Χουρρίτες κατοίκους της (βλ. C.A.H. Vol. I part 2B σελ. 733), στα ανατολικά (συντρίβοντας τις επίφοβες φυλές του Ζάγρου) και στην Δύση, όπου θα εκστρατεύσει πέρα από τον Ευφράτη και θα γίνει κύριος της «χώρας του Αμούρρου» δηλ. των περιοχών της σημερινής Συρίας, ο Σαργών θα δημιουργήσει μια απέραντη αυτοκρατορία για τα μέτρα εκείνης της εποχής, που η επιρροή της θα φθάσει μέχρι την Μικρά Ασία και την Μεσόγειο.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι ο Σαργών παράλληλα με την τεράστια εδαφική επικράτεια που δημιούργησε με τις κατακτήσεις του, υπήρξε και ο ιδρυτής μιας απέραντης εμπορικής αυτοκρατορίας που οι δραστηριότητές της έφθαναν στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Εκτός από τις Ινδίες που προαναφέραμε, οι εμπορικές συναλλαγές της Ακκάδ, είχαν επεκταθεί στην Μικρά Ασία, στον Καύκασο, στην Αιθιοπία, αλλά και στην Κρήτη, όπως φανερώνουν ορισμένα στοιχεία (βλ. C.A.H. Vol. I part 2Α, σελ. 429).

Οι κατακτήσεις του Σαργών


Τον Σαργών διαδέχθηκαν οι γιοι του, αρχικά ο νεώτερος Ριμούςς (Rimush, 2315-2307 π.Χ.) και στην συνέχεια μετά την δολοφονία του, ο πρεσβύτερος Μανισστουσσού (Manishtushu, 2306-2292 π.Χ.), ο οποίος επίσης δολοφονήθηκε μετά από μια ανακτορική συνωμοσία. Ο Ριμούςς θα αντιμετωπίσει μια γενικευμένη εξέγερση από τις υποτελείς χώρες, οι οποίες θεώρησαν ότι ο θάνατος του μεγάλου Σαργών, τους έδινε την δυνατότητα να ξανακερδίσουν την ανεξαρτησία τους.
Αρχικά, ο Ριμούςς θα στραφεί εναντίον των πόλεων της Σουμερίας και κυρίως εναντίον του ηγεμόνα της Ουρ, ο οποίος ως φαίνεται ηγήθηκε της σουμεριακής εξέγερσης. Ο Ριμούςς θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του και θα διατάξει να κατεδαφισθούν τα τείχη της Ουρ. Στην συνέχεια θα υποτάξει και τις υπόλοιπες πόλεις της Σουμερίας, οπότε έχοντας φυλαγμένα τα νώτα του θα επιχειρήσει μια μεγάλη εκστρατεία στις ανατολικές περιοχές του Τίγρη και κυρίως στο Ελάμ. Οι επιτυχίες του Ριμούςς εναντίον των Ελαμιτών αποτελούν το μεγαλύτερο και πλέον ένδοξο επίτευγμα της βασιλείας του.
Ο Ριμούςς δολοφονήθηκε, όπως προαναφέραμε, από κάποιους αυλικούς, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν στην συνομωσία είχε αναμιχθεί και ο αδελφός του, ο οποίος τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Ακκάδ.
Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μανισστουσσού κύλησαν ειρηνικά, αλλά σύντομα θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος μια μεγάλη εξέγερση, όπως περιγράφεται σε μια επιγραφή του: «…όλες οι χώρες…που άφησε ο πατέρας μου Σαργών, επαναστάτησαν με εχθρότητα και καμιά δεν έμεινε πιστή».
Ο Μανισστουσσού θα υποτάξει τελικά και πάλι τις επαναστατημένες χώρες στην εξουσία της Ακκάδ.
Μετά την δολοφονία του, στον θρόνο θα ανέλθει ο γιος του, ο ικανότατος Ναράμ-Σιν (Naram-Sin, 2291-2255 π.Χ.), ο οποίος θεωρείται από τους Ιστορικούς μια από τις μεγάλες μορφές της Ιστορίας της Μεσοποταμίας, ισάξιος του ενδόξου Σαργών.
Τα λαμπρά επιτεύγματα του Ναράμ-Σιν, παρομοιάζονταν σε μετέπειτα καταγραφές τόσο συχνά με αυτά του Σαργών, ώστε να θεωρείται γιος του και όχι εγγονός του, όπως είναι η πραγματικότητα.
Η διάσημη "Στήλη του Ναράμ-Σιν" (Μουσείο Λούβρου),
την οποία ανήγειρε σε ανάμνηση της νίκης του εναντίον
των βαρβάρων Λουλουβαίων της οροσειράς του Ζάγρου

Όπως και οι προκάτοχοί του ο Ναράμ-Σιν αντιμετώπισε εκτεταμένες εξεγέρσεις στην αρχή της βασιλείας του, που όχι μόνον κατέπνιξε με επιτυχία, αλλά με μια σειρά από εκστρατείες επαναβεβαίωσε τα όρια της αυτοκρατορίας μέχρι τις πλέον απομεμακρυσμένες περιοχές της, επεκτείνοντάς ’τα σε ορισμένες περιπτώσεις και πέρα από τα όρια της επικρατείας του Σαργών. Παρ’ όλο που τα υπάρχοντα στοιχεία για την εποχή του είναι σπάνια και συνήθως προέρχονται από μεταγενέστερες καταγραφές, δεν υπάρχει αμφισβήτηση πλέον για το γεγονός ότι η Ακκαδική αυτοκρατορία επεκτεινόταν από τον Περσικό κόλπο μέχρι τις ακτές της Μεσογείου και από τις ανατολικές παρυφές της Μ. Ασίας μέχρι τις νοτιότατες περιοχές της Μεσοποταμίας.
Το συνταρακτικότερο όμως γεγονός της βασιλείας του, ήταν η χρησιμοποίηση στις επιγραφές των μνημείων του, ενός προσδιοριστικού συμβόλου (dingir) της Σουμερο-Ακκαδικής σφηνοειδούς γραφής πριν από την αναγραφή του ονόματός του, που έμπαινε μέχρι τότε μόνον πριν από τα ονόματα των θεών! Αυτή η πράξη, που ασφαλώς θα θεωρήθηκε ως βλάσφημη, ιδίως από τους Σουμέριους υπηκόους του (οι παλαιοί ηγεμόνες-κυβερνήτες των σουμεριακών πόλεων θεωρούσαν μεγάλη τιμή τους να εμφανίζονται έστω και ως οι απλοί εκτελεστές της θέλησης του προστάτη-θεού της πόλης τους), ισοδυναμούσε με την θεοποίηση του Ναράμ-Σιν, ο οποίος ήθελε με αυτόν τον τρόπο να εμφανίζεται ως πολύ ανώτερος των τοπικών βασιλέων (λουγκάλ, lugal) και κυβερνητών (ενσί, ensi).
Μια άλλη ματαιόδοξη πρωτοτυπία, όχι όμως ιερόσυλη όπως η προηγούμενη, ήταν η χρήση του τίτλου «Κύριος των τεσσάρων περιοχών (της Γης)», με τον οποίο ο Ναράμ-Σιν προφανώς διεκδικούσε την παγκόσμια κυριαρχία!
Μετά από μια μακρά βασιλεία 37 ετών, ο Ναράμ-Σιν θα παραδώσει στον γιο και διάδοχό του Σσαρ-καλι-σσαρί (Shar-kali-sharri=«Βασιλεύς όλων των Βασιλέων», 2254-2230 π.Χ.), που θα ανέλθει στον θρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, μια μεγάλη μεν σε έκταση αυτοκρατορία, αλλά με φανερά πλέον τα σημάδια της παρακμής της. Η Ακκάδ, όχι μόνον δεν έχει την πρωτοβουλία των επιθετικών ενεργειών, αλλά είναι αυτή που δέχεται τις επιδρομές και τις επιθέσεις βαρβάρων λαών από την Δύση και την Ανατολή, από τις οποίες προσπαθεί απεγνωσμένα να αμυνθεί. Στις επιδρομές των Αμορριτών από τα δυτικά, θα προστεθούν οι άγριες επιθέσεις των πολεμοχαρών φυλών του Ζάγρου από τα ανατολικά, που είναι και οι περισσότερο επικίνδυνες. Παρά τις επιτυχείς εκστρατείες αντιποίνων, η αυτοκρατορία αποσυντίθεται με γοργούς ρυθμούς. Ο τοποτηρητής (σουμερ. ensi) των Σούσων, ο Πουζούρ (Κουτίκ) – Ιν - Σσουσσινάκ (Puzur/Kutik-In-Shushinak), θα ανακηρυχθεί βασιλιάς του Ελάμ, παίρνοντας τον τίτλο «Βασιλεύς του Αουάν» (Awan), καθώς και τον φιλόδοξο τίτλο των άλλοτε επικυριάρχων του, αυτοκρατόρων της Ακκάδ «Κύριος των τεσσάρων περιοχών». Στην Ουρούκ ο τοπικός κυβερνήτης (ενσί) θα επαναστατήσει και θα πάρει τον τίτλο του βασιλιά (λουγκάλ), κηρύσσοντας την ανεξαρτησία της περιοχής. Η δολοφονία του Σσαρ-καλι-σσαρί θα δώσει την χαριστική βολή και θα σημάνει το οριστικό τέλος της Δυναστείας του Σαργών και της αυτοκρατορίας, αλλά όχι και της Ακκαδικής Δυναστείας, αφού αναφέρονται τέσσερεις ακόμη βασιλείς οι οποίοι ανήλθαν στον θρόνο μετά την αναρχία που επικράτησε, αφ’ ενός λόγω της δολοφονίας του νόμιμου βασιλιά, κυρίως όμως λόγω της κατάκτησης από τους βάρβαρους Γκούτι (Guti) που κατέκλυσαν την χώρα και θα κυβερνήσουν στο μεγαλύτερο μέρος της για περισσότερο από έναν αιώνα, σύμφωνα με την παράδοση. Η πρωτεύουσα Αγάδη θα λεηλατηθεί και θα καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά, ώστε μέχρι σήμερα οι αρχαιολόγοι να αδυνατούν να προσδιορίσουν την ακριβή τοποθεσία της. Αυτό υπήρξε και το ουσιαστικό τέλος της Ακκάδ.
Οι βίαιες μέθοδοι και η σκληρότητα του Σαργών και των διαδόχων του, άφησαν δυσάρεστες αναμνήσεις στην Κάτω Μεσοποταμία, δηλ. την μετέπειτα πλήρως εκσημιτισμένη Βαβυλωνία (βλ. Βαβυλώνιοι). Αντίθετα, στην Άνω (Βόρεια) Μεσοποταμία, στην μετέπειτα Ασσυρία (βλ. Ασσύριοι), η Ακκαδική Δυναστεία εξυμνήθηκε και απετέλεσε παράδειγμα μίμησης, όπως αποδεικνύει και το γεγονός ότι οι Ασσύριοι ηγεμόνες και τα μέλη της βασιλικής οικογενείας χρησιμοποίησαν τα ονόματα του Σαργών, του Ναράμ-Σιν και του Ριμούςς.
Η Ακκαδική γλώσσα είναι η αρχαιότερη από την οικογένεια των Σημιτικών γλωσσών και η πρώτη που αποσπάσθηκε από την κοινή σημιτική πρόγονο, αποτελεί μάλιστα το μόνο μέλος της Βόρειας Περιφερειακής Ομάδας ή Βορειοανατολικού κλάδου της. Η αρχή της τοποθετείται στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ. και ίσως ακόμη παλαιότερα, αλλά γραπτές μαρτυρίες εμφανίζονται για πρώτη φορά στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε επιγραφές με την αποκαλούμενη Σουμερο-Ακκαδική σφηνοειδή γραφή, η οποία αποτελεί εξέλιξη της αρχικής σφηνοειδούς γραφής που είχαν εφεύρει οι Σουμέριοι γύρω στα μέσα της 4ης χιλιετίας π.Χ.


Η Ακκαδική παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των σημιτικών γλωσσών, αλλά διατήρησε ορισμένες ιδιομορφίες όπως η απουσία οριστικού άρθρου (που αναπτύχθηκε αργότερα στις υπόλοιπες εκτός από την Μεσαιωνική σημιτική γλώσσα της Αιθιοπίας, την Γκιέζ, που δεν ομιλείται σήμερα) και η χρήση των καταλήξεων που αρχικά χαρακτήριζαν τις τρεις υπάρχουσες πτώσεις των σημιτικών γλωσσών, κάτι που εξαφανίσθηκε βαθμιαία σε όλες τις άλλες πλην της Ακκαδικής (και της Κλασσικής Αραβικής).
Η περίοδος από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. μέχρι το 2000 π.Χ. περίπου, αποτελεί την εποχή της ακμής της Αρχαίας Ακκαδικής (Old Akkadian), με αποκορύφωμα την εποχή της Ακκαδικής Δυναστείας του Σαργών και των διαδόχων του.
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας (γύρω στο 2000/1950 π.Χ.), η Ακκαδική θα διασπασθεί σε δύο διαλέκτους: Μια νότια διάλεκτο, την αποκαλούμενη Αρχαία Βαβυλωνιακή (Old Babylonian) και μια βόρεια, την ονομαζόμενη Αρχαία Ασσυριακή (Old Assyrian).
Η Αρχαία Βαβυλωνιακή, η οποία χρονικά καλύπτει τέσσερις αιώνες περίπου (1950-1530 π.Χ.), εμφανίζεται με τέσσερις τοπικές παραλλαγές: Την βόρεια Βαβυλωνιακή, την νότια Βαβυλωνιακή, την διάλεκτο του ανατολικού Τίγρη και την διάλεκτο της περιοχής του Μάρι (Mari), στον μέσο Ευφράτη.
Η Μέση Βαβυλωνιακή, η οποία αποτελεί εξέλιξη της Αρχαίας, καλύπτει την περίοδο 1530-1000 π.Χ. περίπου. Από αυτήν θα προκύψουν εξελικτικά δύο μορφές: Η λεγόμενη Φιλολογική Βαβυλωνιακή, μια επίσημη μορφή της γλώσσας που θα χρησιμοποιηθεί στις καταγραφές για φιλολογικούς, μνημειακούς και τεχνικούς σκοπούς μέχρι το 500 π.Χ. περίπου και η Νέο-Βαβυλωνιακή, που χρησιμοποιείται σε όλη την διάρκεια της 1ης χιλιετίας π.Χ. και είναι η καθομιλουμένη γλώσσα. Τέλος, αναφέρουμε και την Υστερο-Βαβυλωνιακή, που χρησιμοποιήθηκε από τους Χαλδαίους, τους Αχαιμενίδες Πέρσες, τους Σελευκίδες Έλληνες και τους Αρσακίδες Πάρθους.
Η Αρχαία Ασσυριακή καλύπτει δύο αιώνες περίπου (1950-1750 π.Χ.) και θα εξελιχθεί στην Μέση Ασσυριακή, που καλύπτει το χρονικό διάστημα 1750-1000 π.Χ. περίπου. Από αυτήν θα προκύψει η λεγόμενη Νεο-Ασσυριακή (1000-600 π.Χ.), της λαμπρής Νέο-Ασσυριακής αυτοκρατορίας, που μετά την κατάρρευσή της το 612 π.Χ. θα εξαφανισθεί σε σύντομο σχετικά διάστημα και θα αντικατασταθεί στην περιοχή από την Αραμαϊκή γλώσσα (βλ. Αραμαίοι).

(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Η μυκηναϊκή επιγραφή της Ίκλαινας

Διαστάσεις θραύσματος: 2,5 Χ 4 εκατοστά

Η ανακάλυψη ενός θραύσματος από μια πινακίδα με σύμβολα της μυκηναϊκής γραφής (Γραμμική Β) προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα, δεδομένου ότι αποτελεί το αρχαιότερο αναγνώσιμο κείμενο στην ευρωπαϊκή Ήπειρο. Το θέμα προκάλεσε την δημοσίευση σχετικού άρθρου στην ιστότοπο του γνωστού περιοδικού National Geographic (http://news.nationalgeographic.com/news/2011/03/110330-oldest-writing-europe-tablet-greece-science-mycenae-greek/) στις 30 Μαρτίου 2011, του οποίου παραθέτουμε μετάφραση.
ΔΕΕ

Ανακαλύφθηκε αρχαία πινακίδα:  
 Το παλαιότερο αναγνώσιμο κείμενο στην Ευρώπη
 Αυτή η ελληνική πινακίδα, που ανακαλύφθηκε σε μια τοποθεσία συνδεδεμένη με την μυθική παράδοση, διασώθηκε χάρη σε ένα ατύχημα, λένε οι ειδικοί.

Σύμβολα σε θραύσμα πήλινης πινακίδας που ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα, αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό αναγνώσιμο κείμενο στην Ευρώπη, αναφέρει μια νέα μελέτη. 
Θεωρούμενη ως "μαγική ή μυστηριώδης" στην εποχή της, η γραφή στην πινακίδα επιβίωσε μόνο και μόνο επειδή πήρε φωτιά ένας σωρός σκουπίδια περίπου 3.500 χρόνια πριν, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Η πινακίδα, η οποία ανακαλύφθηκε σε έναν ελαιώνα στην περιοχή που τώρα βρίσκεται το χωριό Ίκλαινα (Σημ. ΔΕΕ: Περίπου 15 χλμ ΒΑ της Πύλου στην Μεσσηνία), δημιουργήθηκε από μυκηναίο γραφέα που μιλούσε την ελληνική γλώσσα, μεταξύ του 1450 και 1350 π.Χ., σύμφωνα με τους αρχαιολόγους. Οι Μυκηναίοι, οι οποίοι έγιναν θρύλος εν μέρει από την Ιλιάδα του Ομήρου, κυριάρχησαν σε μεγάλο τμήμα της Ελλάδας από το 1600 έως το 1100 π.Χ.


Μέχρι σήμερα, οι ανασκαφές στην Ίκλαινα έφεραν στο φως ένα πρώιμο μυκηναϊκό ανάκτορο, με γιγάντιους αναλημματικούς τοίχους (Σημ. ΔΕΕ: Τοιχία για προστασία από κατολισθήσεις), τοιχογραφίες, καθώς και ένα εκπληκτικά προηγμένο αποχετευτικό σύστημα, σύμφωνα με τον διευθύνοντα των ανασκαφών, Μιχαήλ Κοσμόπουλο, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο St. Louis του Μιζούρι. Ωστόσο, η πινακίδα που βρέθηκε το περασμένο καλοκαίρι, αποτελεί τη μεγαλύτερη έκπληξη του πολυετούς προγράμματος, είπε ο κ. Κοσμόπουλος και συνέχισε:
"Σύμφωνα με όσα γνωρίζαμε, η πινακίδα αυτή δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Πρώτον, διότι οι μυκηναϊκές πινακίδες δεν θεωρούνταν ότι είχαν δημιουργηθεί τόσο νωρίς. Δεύτερον, μέχρι τώρα, επιγραφές είχαν βρεθεί μόνο σε ελάχιστα μεγάλα παλάτια, συμπεριλαμβανομένης και της προηγούμενης επιγραφής που κατείχε το ρεκόρ, και η οποία βρέθηκε στα ερείπια παλατιού σε αυτό που ήταν η πόλη των Μυκηνών. Αν και ο αρχαιολογικός τόπος της Ίκλαινας είχε να επιδείξει ένα παλάτι κατά την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή, την περίοδο που δημιουργήθηκε η πινακίδα ο οικισμός είχε καταστεί ένας μικρός δορυφόρος της πόλης της Πύλου, έδρα του βασιλιά Νέστορα, βασικού χαρακτήρα της Ιλιάδας. Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση όπου η αρχαιολογία συναντά τα αρχαία κείμενα και την ελληνική μυθολογία".
Η πινακίδα διατηρήθηκε από το ψήσιμο
Οι σημάνσεις επί του θραύσματος της πινακίδας - η οποία έχει ύψος περίπου 1 ίντσα (2,5 εκατοστά) και 1,5 ίντσα (4 εκατοστά) πλάτος - αποτελούν πρώιμα δείγματα του συστήματος γραφής που είναι γνωστό ως Γραμμική Β. Χρησιμοποιούμενη για μια πολύ αρχαία μορφή της ελληνικής, η Γραμμική Β αποτελείτο από περίπου 87 σημεία, που το κάθε ένα αντιπροσώπευε μία συλλαβή. Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι χρησιμοποίησαν τη Γραμμική Β για να καταγράφουν μόνο τα οικονομικά θέματα που ενδιέφεραν την κυβερνώσα ελίτ. Τα σημεία στην πρόσοψη της πινακίδας φαίνεται να σχηματίζουν ένα ρήμα που σχετίζεται με τις κατασκευές, λένε οι ερευνητές. Η πίσω πλευρά έχει έναν κατάλογο ονομάτων μαζί με αριθμούς - πιθανώς ένας κατάλογος ιδιοκτησίας.
"Επειδή αυτά τα αρχεία έτειναν να αποθηκεύονται μόνο για ένα οικονομικό έτος, ο πηλός δεν φτιαχνόταν για να διαρκεί", συνέχισε ο κ. Κοσμόπουλος, του οποίου η εργασία χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από την Επιτροπή της National Geographic Society για την Έρευνα και την Εξερεύνηση. "Εκείνες οι επιγραφές δεν ψήνονταν, παρά μόνο αποξηραίνονταν στον ήλιο και ήταν, συνεπώς, πολύ εύθραυστες [...] Βασικά κάποιος τότε πέταξε την πινακίδα στον λάκκο και στη συνέχεια έκαψε τα σκουπίδια του. Αυτή η φωτιά σκλήρυνε και διατήρησε την πινακίδα".

Δεν είναι η αρχαιότερη γραφή
Ενώ η πινακίδα της Ίκαλιανας αποτελεί παράδειγμα του αρχαιότερου συστήματος γραφής στην Ευρώπη, άλλες γραφές είναι ακόμα παλαιότερες εξηγεί ο κλασσικιστής Καθηγητής Thomas Palaima, ο οποίος δεν πήρε μέρος στην μελέτη, η οποία θα δημοσιευθεί στο τεύχος Απριλίου του περιοδικού για τα Πεπραγμένα της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Αθήνα. Για παράδειγμα, γραφές που ανακαλύφθηκαν στην Κίνα, την Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, χρονολογούνται αρκετά παλαιότερα, γύρω στο 3000 π.Χ. Η Γραμμική Β θεωρείται ότι προήλθε από το παλαιότερο, ακόμη μη αποκρυπτογραφημένο σύστημα γραφής, γνωστό ως Γραμμική Α. Ορισμένοι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι η Γραμμική Α σχετίζεται με το αρχαιότερο ιερογλυφικό σύστημα, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι.
Μαγική, μυστηριώδης γραφή
Παρ' όλα αυτά η πινακίδα της Ίκλαινας αποτελεί ένα μοναδικό εύρημα, δήλωσε ο Tom Palaima, ειδικός στις Μυκηναϊκές πινακίδες και Διοίκηση, στο Πανεπιστήμιο του Ώστιν, Τέξας. Εκτός από την ηλικία του, αυτό το τεχνούργημα (arifact) θα μπορούσε να προσφέρει πληροφορίες για τον τρόπο οργάνωσης και διοίκησης των αρχαίων Ελληνικών βασιλείων, πρόσθεσε. Για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι παλαιότερα θεωρούσαν ότι οι ταμπλέτες αυτές κατασκευάζονταν και φυλάσσονταν αποκλειστικά στις μεγάλες πρωτεύουσες, ή τα "ανακτορικά κέντρα", όπως η Πύλος και οι Μυκήνες.
Η πινακίδα της Ίκλαινας, η οποία βρέθηκε στα ερείπια μιας πόλης β' κατηγορίας θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι η παιδεία και η γραφειοκρατία κατά τα τέλη της Μυκηναϊκής περιόδου ήταν λιγότερο κεντροποιημένη από ό, τι εθεωρείτο μέχρι σήμερα. Ο Palaima πρόσθεσε ότι η ικανότητα ανάγνωσης και γραφής ήταν εξαιρετικά περιορισμένη κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο και θεωρούνταν από τους περισσότερους ανθρώπους ως μαγική ή μυστηριώδης. Πέρασαν 400 με 600 χρόνια πριν απομυθοποιηθεί ο γραπτός λόγος στην Ελλάδα, καθώς το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο ξεπέρασε τη Γραμμική Β και τελικά εξελίχθηκε στα 26 γράμματα (Σημ. ΔΕΕ: εννοεί τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου, που ως γνωστόν προήλθε από το ελληνικό, που σήμερα έχει 24 γράμματα), που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή τη σελίδα.


Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Αλβανικά σχολικά βιβλία


Τι διδάσκουν στα σχολεία της Αλβανίας
για την Ελλάδα;

Μίσος, φανατισμό αλλά και πλαστογραφημένη Ιστορία που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική, διδάσκει η αλβανική κυβέρνηση στους μαθητές των σχολείων. Οι νεαροί Αλβανοί μέσα από τα νέα επίσημα σχολικά βιβλία τους μαθαίνουν την Ιστορία της «Μεγάλης Αλβανίας» και διδάσκονται, μεταξύ άλλων, ότι «η Βορειοδυτική Ελλάδα, από τη Φλώρινα έως την Πρέβεζα, είναι αλβανικό εθνικό έδαφος στο οποίο "αιμοσταγείς" Έλληνες πραγματοποίησαν "εθνοκάθαρση" στους Τσάμηδες που πλειοψηφούσαν στα χώματα αυτά».


Η νέα γενιά Αλβανών μαθαίνει, μεταξύ άλλων, πως... έχει ίδιο DΝΑ με τον βασιλιά Πύρρο της Ηπείρου και την Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όλα αυτά τυπώθηκαν φέτος στα επίσημα σχολικά εγχειρίδια με την έγκριση του αλβανικού υπουργείου Παιδείας.
Στο νέο βιβλίο «Γεωγραφία της Αλβανίας», που εκδόθηκε πρόσφατα και ήδη αποτελεί διδακτική ύλη στα λύκεια της χώρας, οι μαθητές διδάσκονται όχι μόνο για τη γεωγραφία της χώρας τους αλλά και για περιοχές όμορων χωρών που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, κατοικούνται από Αλβανούς.
Στις «αλβανικές περιοχές» (treva shqiptare) που έμειναν εκτός αλβανικού κράτους περιλαμβάνονται το Κοσσυφοπέδιο, τμήματα του Μαυροβουνίου και της Σερβίας, η μισή έκταση των Σκοπίων και βέβαια ολόκληρη η ΒΔ Ελλάδα, με τους Νομούς Φλώρινας, Καστοριάς, Γρεβενών, Ιωαννίνων, Άρτας, Πρέβεζας, Θεσπρωτίας και το βόρειο τμήμα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας.


Συγκεκριμένα, όσον αφορά στη χώρα μας, στο κεφάλαιο «Οι αλβανικές περιοχές στην Ελλάδα», αναφέρονται τα εξής: «Είναι αλβανικές περιοχές που αδίκως προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1913 από το Συμβούλιο των Πρεσβευτών. Οι ιστορικές εξελίξεις, οι μαζικές βίαιες μετακινήσεις των αυτοχθόνων αλβανικών πληθυσμών και η έλλειψη επίσημων στοιχείων δυσκολεύουν των προσδιορισμό των αλβανικών περιοχών στην Ελλάδα και κυρίως των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων των συγκεκριμένων περιοχών. Αυτές οι περιοχές βρίσκονται στη Βορειοδυτική Ελλάδα, νότια της "Μακεδονίας" και νοτιοανατολικά της Αλβανίας μέχρι τον κόλπο της Άρτας και αποτελείται από τις περιοχές Τσαμουριά, Φλώρινα, κ.λπ.».


 

Οι συγγραφείς του βιβλίου υποστηρίζουν πως η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει «εθνοκάθαρση» με στόχο τον αφανισμό των Αλβανών που ζούσαν εκεί. Ο χάρτης με τη Μεγάλη Αλβανία και τις όμορες «αλβανικές περιοχές» κοσμεί το εξώφυλλο τόσο του βιβλίου όσο και του τετραδίου ασκήσεων των μαθητών που καλούνται, για παράδειγμα, να ζωγραφίσουν τις περιοχές της Ελλάδας όπου ζουν... Αλβανοί ή να απαντήσουν στα ερωτήματα: «Ποιες είναι οι αλβανικές περιοχές της Ελλάδας;» ή «Αναφέρετε τις εκδιώξεις που υπέστησαν οι Αλβανοί από τις ελληνικές αρχές».

Πηγή: http://www.onalert.gr/default.php?pname=Article&catid=2&art_id=5218

Σημ. ΔΕΕ: Όσο η χώρα μας θα διαλύεται με τις μνημονιακές πολιτικές και θα συνεχίζεται η παρακμή και η κοινωνική αποσάθρωση, τόσο συχνότερα κάθε κατσικοκλέφτης θα αρχίζει να διεκδικεί ένα κομμάτι. Οι Σκιπετάροι φαίνεται ότι ζήλεψαν τα καργκιοζλίκια των Σκοπιανών. Το ζήτημα είναι μέχρι πότε θα συνεχίζεται ο δικός μας κατήφορος;
Υπενθυμίζω ότι στο ίδιο θέμα είχα αναφερθεί πριν από έναν χρόνο ακριβώς (12 Απριλίου 2010) στην ανάρτηση με τίτλο: "Αλβανικοί μεγαλοϊδεατισμοί" http://ethnologic.blogspot.com/2010/04/blog-post_12.html

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Εκλογές στην Βορ. Ήπειρο


ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΟΛΟΡΘΗ!
Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων

Χριστός Ανέστη! Στις 8 Μαίου διεξάγονται στη γειτονική μας Αλβανία εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η διαμάχη μεταξύ των κυβερνώντων Κεντροδεξιών του Δημοκρατικού Κόμματος (Μπερίσα) και των Σοσιαλιστών του Έντι Ράμα δημιουργεί τεταμένο κλίμα. Ως Έλληνες, όμως, ενδιαφερόμαστε και πρέπει να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την εκλογική παρουσία και γενικότερα για την ορθή πολιτική εκπροσώπηση των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου και όλης της Αλβανίας. Με συγκίνηση, λοιπόν, διάβασα στο Διαδίκτυο το προσφάτως ανακοινωθέν ψηφοδέλτιο της Ελληνικής Οργάνωσης ΟΜΟΝΟΙΑ για την ιστορική Χειμάρρα. Τα ονόματα των υποψηφίων είναι όλα ελληνικά και τους ευχόμαστε καλή επιτυχία απέναντι στα ψηφοδέλτια των μεγάλων αλβανικών κομμάτων.
Η Χειμάρρα, φυσικά, δεν είναι ο μόνος Δήμος, στον οποίο ελπίζουν να έχουν ευπρεπή πολιτική εκπροσώπηση οι ομοεθνείς μας. Όμως την τονίζουμε ιδιαιτέρως, διότι εδώ και είκοσι χρόνια βρίσκεται στο στόχαστρο των Αλβανών εθνικιστών, οι οποίοι εκφράζονται μέσα και από τα δύο μεγάλα κόμματα. Οι Αλβανοί επίσημοι ανέχονται την παρουσία Ελλήνων σε μερικά χωριά του Νότου, όμως ενοχλούνται από τη γεωγραφική θέση και την ελληνική ψυχή της Χειμάρρας, διότι ανεβάζει βορειότερα τα εθνολογικά όρια του Ελληνισμού. Η Χειμάρρα ολόρθη στέκεται, όπως την ύμνησε παλαιότερα ο Κωστής Παλαμάς, όταν οι Βορειοηπειρώτες ξεκίνησαν τον Αυτονομιακό Αγώνα του 1914 χωρίς ουσιαστική βοήθεια από την Αθήνα. Για να παραμείνει ολόρθη χρειάζεται το ενδιαφέρον μας. Παρά την εναλλαγή των δεξιών και των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων στα Τίρανα, υπάρχει μία καχυποψία της κεντρικής εξουσίας προς τους Βορειοηπειρώτες και γενικότερα προς τους Έλληνες. Η Αλβανία θέλει να ενταχθεί στην Ευρ. Ένωση και ζητεί να ανοίξουν οι κρουνοί των ΕΥΡΩ, όμως αρνείται να φερθεί ως ευρωπαϊκή χώρα απέναντι στους πολίτες της που δηλώνουν Έλληνες. Θυμίζω τα κυριότερα προβλήματα.

1) Διατηρούνται ακόμη οι μειονοτικές ζώνες, τις οποίες είχε αυθαίρετα καθορίσει το κομμουνιστικό καθεστώς. Μόνον 60.000 Βορειοηπειρώτες αναγνωρίζονται ως Έλληνες «μειονοτικοί», ενώ μεγάλα τμήματα του Ελληνισμού στον Αυλώνα, τη Χειμάρρα, την Κορυτσά, την πόλη του Αργυροκάστρου και αλλού δεν αναγνωρίζονται από τις αρχές. Πρέπει η Αλβανία να πιεσθεί να αναγνωρίσει τον Ελληνισμό σε όλη τη γεωγραφική και πληθυσμιακή του έκταση.

2) Συνέπεια του προηγουμένου είναι και η απαγόρευση ίδρυσης Ελληνικών Σχολείων σε όλα τα μέρη όπου ζουν Έλληνες. Μόνο στην αυθαίρετη μειονοτική ζώνη λειτουργούν δημοτικά σχολεία για τα Ελληνόπουλα. Και εκεί, όμως, βλέπουμε βιβλία που τυπώνονται στα Τίρανα να καλλιεργούν ανθελληνικό κλίμα.

3) Τα αλβανικά δικαστήρια αναγνωρίζουν ψευδείς τίτλους ιδιοκτησίας σε απογόνους πασάδων και μεγαλοτσιφλικάδων στερώντας τη γη από τους Βορειοηπειρώτες. Σε άλλα παραλιακά σημεία γκρεμίζονται, χωρίς νόμιμη δικαιολογία ακίνητα Ελλήνων. Πρόκειται για συστηματική υφαρπαγή της ιδιοκτησίας των Βορειοηπειρωτών.

4) Η ελληνική γλώσσα δεν επιτρέπεται αν χρησιμοποιείται σε πινακίδες των περιοχών όπου ζει ο Ελληνισμός. Οι αιρετοί εκπρόσωποι των Ελλήνων διώκονται «δι’ ασήμαντον αφορμήν». Παράδειγμα ο Βασίλης Μπολάνος, Δήμαρχος Χειμάρρας.

5) Το κακό κλίμα επιτείνει η εμμονή των μεγάλων αλβανικών κομμάτων στο ζήτημα των Τσάμηδων. Απειλούν να ... δικάσουν την Ελλάδα ενώπιον Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, διότι η χώρα μας δεν δέχεται να κάνει εισαγωγή μειονότητας και να φέρει πίσω τα παιδιά των εγκληματιών πολέμου Μουσουλμάνων Τσάμηδων που συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές το 1941-44.

6) Θεωρώ απαραίτητο να πιέσουμε ώστε να είναι αντικειμενική η σχεδιαζόμενη απογραφή των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που ζουν στην Αλβανία. Άλλωστε αυτό έχει ζητηθεί και από την Ευρωπαϊκή. Ένωση, ενώ αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι αντιδρούν.

7) Τέλος είναι ύπουλη η αλβανική πολιτική προς την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας. Ενώ σταμάτησαν οι χοντροκομμένες παρεμβάσεις εις βάρος του θαυμαστού Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, έχουμε συνεχή φαινόμενα καταστροφών εις βάρος Ναών, Μονών και εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων.

Φυσικά έχουμε και εμείς τις ευθύνες μας. Είναι απαράδεκτο να απειλείται με οριστικό κλείσιμο η πανεπιστημιακή σχολή Ελληνικής Φιλολογίας του Αργυροκάστρου, επειδή διεκόπη η χρηματοδότηση από την Αθήνα. Είναι επίσης ευθύνη μας να αγκαλιάσουμε πιο ζεστά τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό της Αυλώνας και της Κορυτσάς, που παραμένει πιστός στην Ορθοδοξία και την ελληνική καταγωγή του, αν και μιλά άλλο γλωσσικό ιδίωμα. Οι Βλάχοι είναι γηγενείς Έλληνες της Πίνδου, όπως έχουν αποδείξει ο αείμνηστος πολιτικός Ευάγγελος Αβέρωφ και ο σύγχρονος Βαλκανιολόγος Αχιλλεύς Λαζάρου. Στη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας αναγκάσθηκαν να λατινοφωνήσουν. Οι Βλάχοι της Βορείου Ηπείρου έδωσαν στον Ελληνισμό μεγάλους ευεργέτες και ανέδειξαν μία από τις πνευματικές πρωτεύουσες του υποδούλου Ελληνισμού, τη Μοσχόπολη (σημερινό Βοσκοπόγιε).
Έχουμε χρέος να βοηθήσουμε πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά και ηθικά τον Ελληνισμό να μην ξεριζωθεί από την αρχέγονο πατρίδα της Βορείου Ηπείρου. Να μην αφήσουμε να πάει χαμένη η θυσία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Ο Ελληνισμός πρέπει να σταματήσει τις εθνικές υποχωρήσεις. Δεν βλάπτει να θυμίσουμε στην Αλβανία το Πρωτόκολλο της Κερκύρας του 1914, με το οποίο η Αλβανία αναγνώρισε την διοικητική, εκπαιδευτική και εκκλησιαστική Αυτονομία των Βορειοηπειρωτών εντός, βεβαίως, των Αλβανικών συνόρων. Αντί να μάς απειλούν με τα δήθεν δικαιώματα των Τσάμηδων, να ανταπαντήσουμε ειρηνικά, αλλά και δυναμικά, υπογραμμίζοντας ότι ζητούμε αυτά που ζητεί η Αλβανία για τους ομοεθνείς της εκτός συνόρων. Αυτοί μάς χορεύουν Τσάμικο, εμείς θα τους χορέψουμε ... Κερκυραϊκό.

Κ.Χ. 23.4.2011


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά (50)

(κλικ επάνω στην εικόνα του κειμένου για μεγέθυνση)


Πρόσφατες διεθνείς ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά από την ιστοσελίδα του Καταλανού καθηγητή κλασσικής φιλολογίας Joan Coderch-i-Sancho “Akropolis World Νews” (http://www.akwn.net/).


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Καλή Ανάσταση!




Εύχομαι ολόψυχα

προσωπική και οικογενειακή,

ατομική και συλλογική, πνευματική,

πολιτιστική Ανάταση.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

σε όλους τους Συνέλληνες, στο σχολειό,

στο σπίτι, στην κοινωνία, στην πατρίδα,

στο Έθνος.

ΔΕΕ

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Για την Επανάσταση του `21


Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821
Tου K. I. Δεσποτόπουλου*

Με αφορμή τα λεγόμενα και γραφόμενα προσφάτως για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είπα στην Ακαδημία (Συνεδρία της 31/3/2011) τα εξής:
Επισημαίνω προς τους λειτουργούς της Ιστορίας, ότι χρειάζονται ικανότητα να διακρίνουν «τίνα δει επί την γραφίδα παραλαβείν και τίνα παραλιπείν» από τα συστατικά της ιστορικής πραγματικότητας• ώστε να μη προβάλλουν τα επουσιώδη και μάλιστα κατά προτίμηση τις όποιες τυχόν ηθικές ασχημίες, αλλά να παρουσιάζουν τα ουσιώδη προπάντων, δηλαδή τα σπουδαία γεγονότα και τους συντελεστικούς των παράγοντες, με τονισμό εξ άλλου των κατορθωμάτων, και των παθημάτων.
Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για όσους αποτολμούν να εξιστορήσουν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, εθνικό παλλάδιο των σημερινών Ελλήνων• καθώς αποτέλεσμά της υπήρξε η δημιουργία του 1830 τού, μικρού έστω, ελληνικού ανεξάρτητου κράτους, κέντρου εθνικού εφεξής των απανταχού της Οικουμένης Ελλήνων• και προπάντων καθώς σκοπός της υπήρξε η απελευθέρωση του επί αιώνες υπόδουλου έθνους, του αρχαιόθεν τρισένδοξου ως ηρωικού προμάχου της ελευθερίας των λαών της Ευρώπης και ως δημιουργού των βάσεων του πολιτισμού της Ευρώπης με την πνευματική μεγαλουργία του• ό,τι και υπήρξε η αιτία για το διεθνές κίνημα των φιλελλήνων στη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Συνέβησαν και ηθικές ασχημίες σποραδικές στη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρεμβλήθηκε ολέθριος και ο εμφύλιος πόλεμος, αυτές και αυτός όμως δεν είναι ό,τι κυρίως αποτελεί την ιστορικά υπέροχη αυτή Επανάσταση, με τα πολεμικά τρόπαιά της και τον απαράμιλλο ηρωισμό των πλείστων αγωνιστών και την καρτερία και τις θυσίες του λαού. Yπενθυμίζεται ότι εξοντώθηκε το εν τρίτο του ενεργού πληθυσμού και απωλέσθησαν τα δύο τρία του παγίου κεφαλαίου στις απελευθερωμένες περιοχές του ελληνικού γεωγραφικού χώρου, τίμημα βαρύτατο για την απόκτηση της ελευθερίας σε όση έκταση αυτή εμπεδώθηκε με την ίδρυση του ελληνικού, μικρού ακόμη, κράτους, συντελεσμένη άλλωστε μετά ενεργότατη παρέμβαση της Pωσίας, της Aγγλίας και της Γαλλίας, τον ηθικό αυτό θρίαμβο της Eλληνικής Eπαναστάσεως, καθώς τρία μεγάλα κράτη, συνασπισμένα για να καταστέλλουν τις επαναστάσεις, συνέπραξαν τελικά υπέρ μιας επαναστάσεως, μάλιστα και με στρατιωτική επέμβαση προς αίσιο τερματισμό της.
Aλλά δεν πρέπει να αγνοείται και το υπερεθνικό μέγεθος της Eλληνικής Eπαναστάσεως του 1821, σύστοιχο κάπως προς το ιστορικό μέγεθος της Γαλλικής Eπαναστάσεως του 1789• καθώς δηλαδή από τη Γαλλική Eπανάσταση παρακινήθηκαν οι λαοί προς απόκτηση πολιτικών ελευθεριών στα όρια μέσα των υφιστάμενων κρατών, ενώ η Eλληνική Eπανάσταση αποτέλεσε παράδειγμα υποκινητικό των λαών για διεκδίκηση της εθνικής ελευθερίας των και δημιουργία εθνικού του καθενός ιδιαιτέρου κράτους.
Eξάλλου και αξίζει να διευκρινισθεί, ότι αυτοχθονικά υπήρξαν τα κίνητρα για την Eλληνική Eπανάσταση: ο φλογερός πατριωτισμός των ηθικά πρωποπόρων Eλλήνων, κάτι άσχετο προς τη Γαλλική Eπανάσταση, όπως μαρτυρούν τα γεγονότα, οι προγενέστερες δηλαδή από αυτήν, ώστε και άσχετες με αυτήν, αποτυχημένες έστω επαναστάσεις προς απελευθέρωση του υπόδουλου Eθνους, υπαρκτού αδιάκοπα επί αιώνες παρά τις υποδουλώσεις του από Pωμαίους, Φράγκους, Tούρκους.
Oι σημερινοί Eλληνες πρέπει να τιμούν τους ηρωικούς πολεμιστές, αλλά και τους άμαχους μάρτυρες του ιερού Aγώνα• και είναι πολύ εκτεταμένος ο χάρτης, ο γεωγραφικός, των σφαγιασμένων αμάχων: Χαλκιδική, Νάουσα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κυδωνίαι, Χίος, Κάσος, Ψαρά, Κύπρος και άλλοι τόποι Ελλήνων.
Όποιος στοχάζεται για την Ελληνική Επανάσταση, πρέπει να διέπεται και από ευλαβικό σεβασμό διά τους ήρωες και τους μάρτυρες αυτούς, ώστε να μη αμαρτάνει και προς την ιστορική αλήθεια.

* πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_19/04/2011_439442

Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Περί βλαχοφώνων (2)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ
(ΒΛΑΧΩΝ Ή ΑΡΩΜΑΝΩΝ)

Τουρκοκρατία-Νεώτεροι χρόνοι

Κατά την Τουρκοκρατία οι Βλάχοι εμφανίζονται ως ένας άρτια συγκροτημένος πληθυσμός με ευρεία κατανομή στα Βαλκάνια. Είναι υπό την προστασία της Βαλιντέ-σουλτάνας (δηλαδή της μητέρας του Σουλτάνου), γεγονός που τους εξασφαλίζει σχετική ανεξαρτησία με καταβολή ασήμαντου σχετικά φόρου. Φτιάχνουν τα περίφημα τσελιγκάτα, τα αρματολίκια, τους βρίσκουμε κτηνοτρόφους, αγωγιάτες, βιοτέχνες, τεχνίτες κι εμπόρους.
Κατά τον 16ο - 17ο αι. μ.Χ. οργανώνονται αρκετές βλάχικες κοινότητες οι οποίες και ακμάζουν πάρα πολύ (Μέτσοβο, Καλλαρύτες, Ζαγόρι). Από όλες αυτές ιδιαίτερη σημασία έχει η πόλη της Μοσχόπολης (ή Βοσκόπολης), κοντά στη σημερινή Κορυτσά, όπου ιδρύεται και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο γύρω στα 1730, ιδρύεται η Νέα Ακαδημία του Πλάτωνα, και λειτουργεί τυπογραφείο όπου τυπώνονται τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Αρχίζει και σχηματίζεται μια αστική τάξη Αρμάνων (Βλάχων) στα βαλκάνια που έδωσε φοβερή ώθηση στα γράμματα το εμπόριο και τον πολιτισμό (Ν. Μέρτζος, Α. Κουκούδης).
Κατά τον 18ο αι. μ.Χ. με την ανάπτυξη του εμπορίου πολλοί Βλάχοι μεταναστεύουν στις Ρωσία, Ουγγαρία, Αυστρία, Σερβία και φυσικά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Βλαχία, Μολδαβία, οι οποίες το 1859 ενώνονται για να φτιάξουν τη σύγχρονη Ρουμανία), οι οποίες την εποχή εκείνη είναι ημιαυτόνομες περιοχές. Εκεί οι Βλάχοι αποτελούν την αστική τάξη μαζί με τους Φαναριώτες (επιφανείς Έλληνες από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης που αποτελούν την άρχουσα τάξη). Η άνθηση αυτή των Βλάχικων κοινοτήτων διακόπτεται με τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη δημιουργία των εθνικών κρατών που βρίσκει τους Βλάχους διασκορπισμένους σε όλη την βαλκανική. Μέχρι το 1850 κανείς δεν αμφισβητεί την ελληνικότητα των Αρμάνων βλάχων. Χαρακτηριστικά το Οθωμανικό κράτος στις στατιστικές του συμπεριλαμβάνουν τους Αρμάνους μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες ενώ οι ίδιοι ποτέ δεν θέλησαν από μόνη τους να διαφοροποιηθούν ως ξεχωριστό έθνος μη νιώθοντας ότι έχουν διαφορετική εθνική συνείδηση από τους Έλληνες..
Από το 1850 έως και το 1877 είχε αναπτυχθεί μια ρουμανική δραστηριότητα προσάρτησης των Αρωμανικών πληθυσμών στη Ρουμανία με τη μορφή ενός ανεξάρτητου κρατιδίου με πρωτεργάτη το ρουμανόφρoνα Απόστολο Μαργαρίτη (Apostol Margarit). Εν τω μεταξύ το Οθωμανικό κράτος το 1905 αρκετά συρρικνωμένο, υπό την πίεση της Αυστρίας και της Ουγγαρίας αναγνωρίζει το Αρμάνικο έθνοs, "Aromanian millet" στην Κωνσταντινούπολη υπό τον Σουλτάνο Abdul Hamid τον δεύτερο.
Τότε ο Ε. Βενιζέλος αναγνωρίζει Ρουμανοβλαχική μειονότητα στην Ελλάδα (;) Συγκεκριμένα τον Ιούλιο 1913 υπογράφεται στην Ρουμανία η Συνθήκη του Βουκουρεστίου μεταξύ Βενιζέλου και Titu Maiorescu, η οποία μεταξύ άλλων παρέχει πλήρη αυτονομία εις τα Κουτσοβλαχικά σχολεία και Εκκλησίες της Ελλάδος. Η σχετική διπλωματική διακοίνωση προς την Ρουμανική κυβέρνηση που υπογράφεται από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο αναφέρει τα εξής:
"Εν Βουκουρεστίω τη 23η Ιουλίου 1913 Προς τον πληρεξούσιον της βασιλικής Ρουμανικής Κυβερνήσεως εν τη εν Βουκουρεστίω Συνδιασκέψει: Η Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομίαν εις τας των Κουτσοβλάχων Σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψει την σύστασιν επισκοπής διά τους Κουτσοβλάχους τούτους, της Ρουμανικής κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή υπό την επίβλεψιν της ελληνικής κυβερνήσεως, τα ειρημένα ενεστώτα και μέλλοντα θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα".
Όπως επισημαίνει και ο δημοσιογράφος Ν. Μέρτζος, η Ελλάδα τότε είχε σχεδόν διπλασιαστεί και έπρεπε ο Βενιζέλος οπωσδήποτε να κατοχυρώσει τα νέα σύνορα κυρίως σε ότι αφορούσε τη Βουλγαρία έχοντας με το μέρος του το διαμεσολαβητή δηλ τη Ρουμανία. Η Ελλάδα έπρεπε να απολέσει κάτι και επιλέγει ως Ιφιγένεια να θυσιάσει τους Αρωμανικούς πληθυσμούς. Κάτι που έγινε και 10 χρόνια αργότερα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1923, όπου ο Βενιζέλος υπογράφει για την Ελλάδα στις Σέβρες της Γαλλίας, ακόμα μία ιστορική συνθήκη, γνωστή ως Συνθήκη περί προστασίας των εθνικών μειονοτήτων (Συμπλήρωμα της Συνθήκης των Σεβρών του 1920), που παρέχει επιπρόσθετη προστασία στις Βλαχικές κοινότητες της Ηπείρου. Στο σχετικό άρθρο 12 αναφέρονται τα εξής: "Η Ελλάς συμφωνεί να παραχωρήσει, υπό τον έλεγχο του ελληνικού κράτους, εις τας Βλαχικάς κοινότητας της Πίνδου, τοπική αυτονομία ως προς τα θρησκευτικά ή σχολικά ζητήματα"
Τελικά το μόνο που συνέβη ήταν "λίγα σχολεία με πολλούς ρουμανίζοντες δασκάλους, αλλά δίχως μαθητές" όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αθανάσιος Χρυσοχόου.
Στον πόλεμο του ’40 μετά την πλήρη κατάληψη της Ελλάδας εκδηλώνεται έντονη δραστηριότητα των Ρουμανιζόντων στα βλαχοχώρια με επίκεντρο την Λάρισα που δημιουργείται κίνηση για την δημιουργία ανεξάρτητου Βλάχικου κράτους ("Πριγκιπάτο της Ηπείρου¨) που θα περιλαμβάνει την Δυτ. Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θεσσαλία μέχρι τον Δομοκό. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε στην Λάρισα με επικεφαλής τους Αλκ. Διαμάντη, Νικ. Ματούση και Βασ. Ραπουτίκα η 5η Ρωμαϊκή Λεγεώνα. Στις 6 Ιανουαρίου 1942 με πρωτοβουλία του Ευάγγελου Αβέρωφ γίνεται μία δήλωση στην οποία τονίζεται η ελληνικότητα των Βλάχων και η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της αντίστασης.
Οι Ρουμανικές εκκλησίες και τα σχολεία λειτούργησαν στην Ελλάδα μέχρι και το 1944 επειδή στη Ρουμανία κλείσανε τα ελληνικά σχολεία. Καταργήθηκαν το 1945 μετά την κομμουνιστικοποίηση της Ρουμανίας και την άρση της υποστήριξης προς την Ρουμανοβλαχική μειονότητα στην Ελλάδα. Ο κυριότερος λόγος που "ξεφούσκωσε" όμως τα μεγαλεπήβολα σχέδια των ρουμανοφρόνων ήταν οι ίδιοι οι Αρμάνοι. Τελικά είτε εξαιτίας της άγνοιας του Βενιζέλου για την συνεχή ιστορική παρουσία των Αρμάνων στην Ελλάδα, που όπως αναφέρθηκε προϋπήρξαν του Ρουμανικού κράτους, είτε επειδή ηθελημένα θυσίασε ένα μέρος των Ελλήνων στο βωμό των διαπραγματεύσεων, τελικά εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε ότι η συμφωνία δεν μπορούσε να επικυρώσει κάτι που δεν υφίστατο. Η συμμετοχή των ίδιων των Αρμάνων σε αυτή την προσπάθεια εκρουμανισμού υπήρξε ασθενής προς μεγάλη απογοήτευση των ρουμάνων ιθυνόντων και παρόλα τα οικονομικά οφέλη που πρόσφεραν. Οι κάτοικοι που "εξαγοράστηκαν" και μετανάστευσαν στη γη της Επαγγελίας εξαπατήθηκαν, αλλά λίγοι μπόρεσαν να γυρίσουν πίσω. Οι Αρμάνοι της Ελλάδας είχαν σε αυτόν τον αγώνα πολύτιμη βοήθεια από τους επιφανείς Έλληνες Βλάχους λόγιους και ευεργέτες.
Τελικά οι Αρμάνοι της Ελλάδας κατάφεραν να διατηρήσουν την ελληνική τους ταυτότητα με φανατισμό παλεύοντας με όλους τους εχθρούς της Ελλάδας και σήμερα η γνώση της ιστορίας δεν αφήνει πολλά περιθώρια για "χειραγώγησή μας" από κανένα προπαγανδιστικό κίνημα όπως δυστυχώς μπορεί να συμβεί στις γείτονες χώρες της Αλβανίας και των Σκοπίων. Το μόνο θέμα πια είναι το "ιερό χρέος" των απογόνων των Αρμάνων της Ελλάδας με σύμμαχο την ιστορία και τις σύγχρονες επιστήμες (γλωσσολογία, γενετική), να αποκαταστήσουν την αλήθεια για μια παρεξηγημένη και πολύ ταλαιπωρημένη ομάδα ανθρώπων, που επέμενε ελληνικά ακόμα και όταν το επίσημο κράτος τους χρησιμοποίησε ως εξιλαστήρια θύματα.

Γενετική διερεύνηση πληθυσμών Αρμάνων
Την τελευταία πενταετία έχουν δημοσιευθεί μια σειρά από άρθρα τα οποία έχουν ως αντικείμενο τη διερεύνηση των σχέσεων των πληθυσμών της βαλκανικής χερσονήσου, με βάση το γενετική τους σύσταση, δηλαδή το DNA που φέρουν. Αυτές οι μελέτες περιλαμβάνουν ομάδες από πληθυσμούς κυρίως της Αλβανίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας Βορειοανατολικής Ελλάδας και FYROM και ομάδες λατινόφωνων βαλκανικών πληθυσμών. Σε όλες αυτές τις επιστημονικές μελέτες οι λατινόφωνοι βαλκανικοί πληθυσμοί αναφέρονται ως "Aromuns" που μπορούν να μεταφραστούν ως Αρωμούνοι ή Αρμάνοι. Από τις μελέτες αυτές ξεχωρίζει η πιο πρόσφατη μελέτη των Bosch και συν με τίτλο "Paternal and maternal lineages in the Balkans show a homogeneous landscape over linguistic barriers, except for the isolated Aromuns", που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Annals of Human Genetics (2006, Jul; 70(Pt4):4579-87) για τρεις βασικούς λόγους:

1) δημοσιεύτηκε σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό (IF ~3.2)
2) χρησιμοποιεί πολυμορφικούς δείκτες από μιτοχονδριακό DNA (mtDNA, μεταφέραι μόνο από τη μητέρα) και από το Υ χρωμόσωμα (μεταφέρεται μόνο από τον πατέρα)
3) φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας εργαστηρίων από πολλές χώρες καθώς επίσης και από τις εμπλεκόμενες (University Pompeu Fabra, Barcelona, Spain/University of Ulm, Germany/ Heinrich-Heine-University Dusseldorf, Germany/Medical Faculty Skopje, FYROM/University Tirana, Albania/ Δημοκρίτειο Πανεπιστήμειο Θράκης, Κομοτηνή, Ελλάδα/ University Ovidius, Constanta, Romania). Είναι σημαντικό, για ευνόητους λόγους, που σε μια τέτοια μελέτη υπάρχει και ελληνική συμμετοχή από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με υπεύθυνο καθηγητή τον κ Ν. Ξηροτύρη (Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας).

Σημείωση: Όταν αναφερόμαστε σε πολυμορφικούς δείκτες στη γενετική εννοούμε μεταλλάξεις(αλλαγές) στο γενετικό υλικό (DNA) οι οποίες δεν σχετίζονται συνήθως με κάποιο εξωτερικό γνώρισμα ή κάποια ασθένεια. Οι αλλαγές αυτές κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και είναι δυνατόν να διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Υπάρχουν κάποιοι πολυμορφικοί δείκτες (πολυμορφισμοί) που θεωρούνται πιο ασταθείς δηλαδή προσφέρουν περισσότερη ποικιλομορφία και άλλοι δείκτες που είναι πιο σταθεροί σε πολλές γενιές δηλαδή εμφανίζουν τον ίδιο τύπο σε πολλά άτομα. Είναι προφανές ότι ένα πολυμορφισμός ακόμα και σπάνιος ανάμεσα σε μια οικογένεια ή ένα χωριό ή σε μια κλειστή κοινωνία (π.χ ο εβραϊκός πληθυσμός Εσκενάζι) θα συναντάται σε περισσότερα άτομα, δηλώνοντας κάποιο κοινό πρόγονο που τους το μετέφερε. Από όλους τους πολυμορφικούς δείκτες αυτοί που χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη των Bosch και συν θεωρούνται καταλληλότεροι επειδή μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες πιο γρήγορα για πολλές γενιές πίσω, επειδή το μιτοχονδριακό DNA κληρονομείται μόνο από τη μητέρα (ωάριο) ενώ το Υ χρωμόσωμα μόνο από τον πατέρα. Π.χ. εάν γνωρίζουμε ότι ένα άρρεν άτομο έχει στο Υ χρωμόσωμα τον πολυμορφισμό Α αυτός υπήρξε και στον πατέρα του τον παππού του, προπάππο του και ούτω καθεξής. Επίσης και οι πολυμορφισμοί στο μιτοχονδριακό DNA και στο χρωμόσωμα Y έχουν μελετηθεί εκτεταμένως και επομένως έχουν χαρακτηρισθεί για διάφορες πληθυσμιακές ομάδες και στις πέντε ηπείρους (γεωγραφική κατανομή). Επομένως η μελέτη τους δίνει τη δυνατότητα συγκρισής τους με δεδομένα από άλλες εργασίες παγκοσμίως.
Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη ήταν DNA από Αλβανούς από τα Τίρανα, Ελλήνων από τη Θράκη, Σκοπιανούς (αναφέρονται ως Μακεδόνες!), Ρουμάνους από την Κωνστάντζα και το Πλοέστι, Αρμάνους από το Andon Poci και το Dukasi της Αλβανίας, Αρμάνους από το Kogalniceanu της Ρουμανίας και Αρμάνοι από το Stip και το Krusevo της FYROM. (Παρατήρηση: οι αριθμοί των ατόμων είναι από 19 έως 65 που θεωρούνται σχετικά μικροί και επιπλέον η εργασία δεν συμπεριέλαβε καμία Αρωμανική ομάδα της Ελλάδας).
 Τα αποτελέσματα της μελέτης συνοπτικά είναι:

1) όλοι οι βαλκανικοί πληθυσμοί που μελετήθηκαν συμπεριλαμβανομένου και των Αρμάνων παρουσιάζουν μεταξύ τους ομοιότητες (ομοιογένεια χωρίς σημαντικές αποκλίσεις) και ξεκάθαρη διαφοροποίησή τους από τον πληθυσμό των Τούρκων και των σλαβικών ομάδων (Κροάτες, Σέρβοι, Πολωνοί, Ουκρανοί, Σλοβένοι, Τσέχοι) (μετά από σύγκριση με δεδομένα άλλων εργασιών). Αυτό παρατηρήθηκε στο 90% περίπου των πολυμορφισμών που μελετήθηκαν.

2) Δεν φαίνεται να υπάρχουν ιδιαίτερες ομοιότητες με τους πληθυσμούς των χωρών στις οποίες βρίσκονται π.χ όπως οι Αρωμούνοι της Ρουμανίας με τους Ρουμάνους. Επιπλέον φαίνεται ότι οι Αρμάνοι βρίσκονται ενδιάμεσα από τους Έλληνες και τους Ιταλούς και πιο κοντά στους Έλληνες. Επομένως η εργασία απορρίπτει το σενάριο οι Αρμάνοι να προέρχονται από μη ελληνικό πληθυσμό (αρχαίο Δακικό πληθυσμό ή αρχαίους Θράκες), καθώς δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ομοιότητες με τους αντίστοιχους πληθυσμούς της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Αντίθετα οι συγγραφείς δεν αποκλείουν την πιθανότητα οι Αρμάνοι να αποτελούν εκλατινισμένο ελληνικό πληθυσμό (με επιγαμίες σε ένα μικρό βαθμό με Ιταλούς).

3) Οι Αρωμανικοί πληθυσμοί σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και ιδιαίτερα η ομάδα των Αρμάνων της Αλβανίας του Dukasi.

5) Από τους δύο προσεγγίσεις που χρησιμοποιήθηκαν φαίνεται ότι πιο πληροφοριακή είναι η μελέτη του χρωμοσώματος Υ και αυτό εξηγείται από τους συγγραφείς με την υπόθεση ότι οι γυναίκες παντρεύονταν πιο συχνά εκτός του τόπου καταγωγής τους από ότι οι άντρες. Έτσι το μιτοχονδριακό DNA έχει μια πιο ομοιόμορφη διασπορά από ότι το γενετικό υλικό των αρρένων.

Τα παραπάνω θα πρέπει για να αποκτήσουν περισσότερη βαρύτητα να εμπλουτισθούν και με άλλες πολυμορφικές θέσεις του Υ χρωμοσώματος ίσως περισσότερο πληροφοριακές, έτσι ώστε να έχουμε πιο πλήρη εικόνα. Επιπλέον πρέπει να αυξηθούν οι αριθμοί των ατόμων στις διάφορες ομάδες μελέτης και φυσικά να συμπεριληφθούν Αρωμανικές ομάδες της κεντρικής και της βορειοδυτικής Ελλάδας.

Πηγή: http://paleomanina.blogspot.com/

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Περί βλαχοφώνων (1)


Επειδή κατά καιρούς ανασύρεται από διάφορα "κέντρα", κυρίως του εξωτερικού (βλ. http://ethnologic.blogspot.com/2011/04/blog-post_18.html), το θέμα των Βλάχων (σωστότερα βλαχοφώνων) με περίεργες "προτροπές" για την αναγνώρισή τους ως μειονότητας (!), θα παραθέσουμε κάποιο υλικό από κείμενα που έχουμε στην διάθεσή μας και στο τέλος θα παρουσιάσουμε την δική μας άποψη.
ΔΕΕ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ
(ΒΛΑΧΩΝ Ή ΑΡΩΜΑΝΩΝ)

Προέλευση και σημερινή εντόπιση
Οι λατινόφωνοι κάτοικοι της νοτίως του Δουνάβεως Χερσονήσου του Αίμου, γνωστοί στην διεθνή βιβλιογραφία ως Aromuns, αποτέλεσαν αντικείμενο ιστορικής ερεύνης, αλλά παρόλα αυτά ερωτήματα όπως η προέλευση και η πρώιμη ιστορία των Αρμάνων παραμένουν χωρίς ικανοποιητική απάντηση (Κ. Χρήστου, 1999). Αυτόχθονες Αρμάνοι προκύπτει ότι υπήρξαν στην Ελλάδα, Αλβανία και FΥΡΟΜ. Οι μεγάλες Αρωμανικές ομάδες στη Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία και Ρουμανία εμφανίζονται κατά το 18o αιώνα ως αποτέλεσμα μετακινήσεων των Αρωμανικών πληθυσμών. Στο παρελθόν κράτη όπως η Ρουμανία και η Ιταλία επιχείρησαν να αποσπάσουν από τους πληθυσμούς αυτούς την ελληνική εθνική ιδέα γεγονός που δεν κατάφεραν και κρίνονται ως ιστορικά αβάσιμοι ισχυρισμοί (βλέπε ιστορικά δεδομένα). Στο σύνολό τους οι Αρμάνοι των Βαλκανίων παρουσιάζουν ομοιότητες (συγγενικές διάλεκτοι) αλλά και διαφορές (ενδυμασία, έθιμα) αποτέλεσμα ίσως της γεωγραφικής τους εντόπισης και της αλληλοεπίδρασης με γειτονικούς πληθυσμούς.
Η επικρατέστερη άποψη, που υποστηρίζεται από πλήθος ερευνητών, φέρει τους λατινόφωνους βλάχους ως αποτέλεσμα εκλατινισμού ελληνικού πληθυσμού, το οποίο όμως διατήρησε έτσι λέξεις με αρχαιοελληνική προέλευση (Δ. Στεργίου, 2007). Το λατινόφωνο ιδίωμα των Αρμάνων χρονολογείται από τον 3ο αι. π.Χ. Αντίθετα στην Δακία (παλιά ονομασία της Ρουμανίας), η Λατινική διαδόθηκε 5 αιώνες μετά, δηλαδή στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. και για το λόγο αυτό σύμφωνα με το Γ. Μπαμπινιώτη δεν διατηρούν αρχαϊκά λατινικά στοιχεία. Μάλιστα οι Ρουμάνοι έχασαν τελείως την μητρική τους γλώσσα την Δακική, σε αντίθεση με τους Έλληνες που διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα ως κύρια, και τα βλάχικα ήταν μία δευτερεύουσα γλώσσα σε ενδοοικογενειακό και μόνο επίπεδο. Φαίνεται ότι οι ομοιότητες στις δύο γλώσσες οφείλονται σε άνοδο λατινόφωνων από το νότο προς τον Βορρά (τη σημερινή Ρουμανία), κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και όχι το αντίθετο.

Στο βιβλίο του Δημήτρη Γ. Τσούτσα: "Βλάχοι... ιστορία - πολιτισμός - έθιμα - προσωπικότητες" (Αλμυρός 2006) αναφέρονται μεταξύ άλλων:
"...Οι πρώτοι στο χώρο των Βαλκανίων που εκλατινίζονται συναντώνται στην σημερινή Βόρεια Ήπειρο. Είναι η πρώτη φορά που ο Ελληνισμός της Αδριατικής δέχεται την πίεση των Ιλλυριών (ο λαός που ζούσε πάνω από τον Γενούσο ποταμό – περίπου στην σημερινή Βόρεια Αλβανία-), και πρώτοι οι Κερκυραίοι (γύρω στο 229 π.Χ.), ζητούν την βοήθεια των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι έρχονται για βοήθεια αλλά έχουν προβλήματα με τους Καρχηδόνιους και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους Ιλλυριούς, οπότε ζητούν την βοήθεια των Ελλήνων της σημερινής Βόρειας Ηπείρου καθώς και των Ελληνικών πόλεων που βρίσκονται κατά μήκος των Αδριατικών ακτών, αλλά για να γίνει η στρατιωτική συνεννόηση, επιβάλλεται να χρησιμοποιούν την Λατινική γλώσσα, η οποία έκτοτε έγινε απαραίτητο εργαλείο διοικητικών επικοινωνιών και δημοσίων σχέσεων. [...] Σε εποχές και μέρη όμως με υψηλό φρόνημα αντίστασης, οι Ρωμαίοι συγκροτούσαν και ένοπλα τμήματα με σκοπό αφ’ ενός την διατήρηση της τάξης στην περιοχή, αφ ‘ετέρου δε την διατήρηση της ελεύθερης επικοινωνίας στους δρόμους και προπαντός στις διαβάσεις των βουνών όπου και τα πιο ανυπότακτα στοιχεία. Αυτές οι στρατιωτικές ομάδες συγκροτούνταν από ντόπιους άντρες -οι οποίοι σαν αντάλλαγμα έπαιρναν κάποια χωράφια- και οι οποίοι αποκαλούνταν ¨armati¨ (αρμάτι), όρο που οι Βλαχόφωνοι στο πέρασμα των αιώνων έκαναν ¨αρμάτουλου¨ και ¨αρματόλι¨, τα οποία αργότερα ελληνοποιήθηκαν στα ¨αρματολός¨ και ¨αρματολοί¨. Είναι εξακριβωμένο ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ντόπιους Έλληνες ως φρουρούς, γιατί ούτε περίσσευμα δυνάμεων είχαν, ούτε την πρόκληση ή ενόχληση του ντόπιου πληθυσμού ήθελαν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω την άποψη του Μιχαήλ Χρυσοχόου ο οποίος ήταν αξιωματικός και χαρτογράφος του στρατού, και ο οποίος με την ιδιότητα του χαρτογράφου μελέτησε την μορφολογία της οροσειράς της Πίνδου, και τα παλιά τοπωνύμια και τις παραδόσεις των χωριών. Επίσης του είχε κάνει εντύπωση πως όλες οι εγκαταστάσεις των Βλάχων ήταν στην Πίνδο και στον Βαρνούντα. Το συμπέρασμα και αυτού ήταν ότι η πρώτη διαμόρφωση του λαού των Βλάχων προήλθε από τις οροφυλακές τις οποίες εγκατέστησαν οι Ρωμαίοι. Παρατηρεί ότι η οροσειρά της Πίνδου χωρίζει την Μακεδονία και την Θεσσαλία προς τα ανατολικά, και την Ιλλυρία και την Ήπειρο προς τα δυτικά. [...]
Η οροσειρά αυτή είναι παράλληλη προς την ανατολική ακτή του Αδριατικού πελάγους και αποτελεί μία «αμυντική γραμμή πρώτης τάξεως», την σημασία της οποίας είχαν αντιληφθεί οι Ρωμαίοι γι αυτό και θέλησαν να γίνουν οι κυρίαρχοί της. Με τον τρόπο που περιέγραψα η γλώσσα των Ρωμαίων (η γλώσσα των λεγεωνάριων) εξαπλώθηκε από την Ουαλία και την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι και τα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Όσοι εκλατινίστηκαν την εποχή αυτή δέχτηκαν τους επόμενους αιώνες επιδρομές από νέους κατακτητές (Σλάβους, Γερμανούς, Άραβες), στις γλώσσες τους εισήχθησαν νέες λέξεις και έτσι τελικά φτάσαμε στη διαμόρφωση των σύγχρονων γλωσσών όπως η ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική, ελβετική, ρουμανική, αρωμανική. Η εκλατίνιση των πληθυσμών της Βαλκανικής κράτησε από το 167 π.Χ. μέχρι και το 397 μ.Χ. δηλ. μέχρι την εποχή του διαχωρισμού του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από το Δυτικό, τα δε λατινικά παρέμειναν η πρώτη επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ηρακλείου".


Γραπτές Αναφορές και Ιστορικά Δεδομένα
Το 171 π.Χ ο ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος κυριεύει την Ήπειρο και στη συνέχεια τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (168 π.Χ) που μαζί με τη νότιο Ιλλυρία αποτέλεσαν μια ρωμαϊκή επαρχία με το γενικό όνομα Μακεδονία.
Το 146-120 π.Χ. έγινε η κατασκευή της Via Egnatia των Ρωμαίων, που έδιναν προτεραιότητα στη διάνοιξη στρατηγικών δρόμων και η οποία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) συνέχιζε στο Λυχνιδό (Αχρίδα), την Ηράκλεια (Λυγκυστών), την Πέλλα και στη πρώτη φάση κατέληγε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στη δεύτερη μέχρι την Κωνσταντινούπολη.


Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν ένοπλες φρουρές, τις οροφυλακές για τη φύλαξη των συνόρων και των επικίνδυνων οδικών κόμβων από επιθέσεις ιδίως στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου και της Εγνατίας οδού.
Το 31 πΧ ιδρύθηκε η Νικόπολη από τον αυτοκράτορα Οκταβιανό μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) σε ανάμνηση της νίκης του κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Από τους χρόνους του Οκταβιανού Αυγούστου το 31 π.Χ οι στρατιώτες για τις λεγεώνες του ανατολικού κράτους στρατολογούνται από τις χώρες της ελληνικής επιρροής και μειώνεται αισθητά η παρουσία του ρωμαϊκού στοιχείου στις επαρχίες της ανατολικής αυτοκρατορίας.
Την εποχή του Αδριανού 117μ.Χ, στις οροφυλακές των Ανατολικών επαρχιών, στρατολογούνταν ντόπιοι στρατιώτες, οι κλεισουροφύλακες και μόνο οι αξιωματικοί είναι Ρωμαίοι, που κι αυτοί σιγά-σιγά τείνουν ν’ αφομοιωθούν από τους αυτόχθονες κατοίκους. Είχε δημιουργηθεί μια νέα πλέον πίστη στους στρατιώτες, που κάθε άλλο παρά «ρωμαϊκό συμφέρον» υποστήριζαν. Γι` αυτό ο αυτοκράτορας Καρακάλλας (211-217μ.Χ) ανακήρυξε σε Ρωμαίους πολίτες όλους τους μη ρωμαίους στρατιώτες. "Romanus cives" (Edictum Antoninianum 212 μ.Χ.)
Έχουμε την πρώτη αναφορά στους Αρωμανικούς πληθυσμούς στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. από τον Ιωάννη Λυδό (Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας), ο οποίος αναφέρει εκλατινισμένους πληθυσμούς Ελλήνων στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία και ιδίως στα όρη της Πίνδου και στις γύρω πεδιάδες : "...Νόμος αρχαίος ήν, πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα δε και παρά ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν. ου παραβαθέντος, ως είρηται, τα της ελαττώσεως προύβαινε. τα δε περί την Ευρώπην πρατόμενα, πάντα την αρχαιότητα διεφύλαξεν εξ ανάγκης δια το τους αυτής οικήτορας, και περ Έλληνας εκ του πλείστου όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή, και μάλιστα τους δημοσιεύοντας...".
Το 579-582 ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης περιγράφοντας μια εκστρατεία των Βυζαντινών κατά των Αβάρων στη Θράκη υπό τον στρατηγό Κομενίολο, σε κάποια στιγμή που το φορτίο ενός υποζυγίου έγειρε, κάποιος δικος του φώναξε "τη επιχωρίω γλώσση, τόρνα, τόρνα, φράτρε".
Η χρονική περίοδος που ακολουθεί θεωρείται κομβική καθώς φαίνεται ότι άρχισε η σταδιακή απομόνωση λατινόφωνων ελληνικών ομάδων προς τις ορεινές περιοχές όπως στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου σε μια προσπάθεια ίσως επιβίωσής τους από τις βαρβαρικές επιδρομές. Η κινητοποίηση των βαρβαρικών φυλών στην Ευρώπη και την Ασία από τα τέλη του 5ου μ.Χ. αιώνα οφείλεται στη διάλυση του βασιλείου των Ούννων και τη μεγάλη μετανάστευση των λαών, των Γερμανικών φύλων (Γότθων, Ερούλων, Λομβαρδών κ.ά.) γεγονός το οποίο έδωσε στην Ευρώπη την εθνική φυσιογνωμία που έχει ως σήμερα. Οι Σλάβοι ήδη από το 500 μ.Χ. είχαν μετακινηθεί από την αρχική τους πατρίδα και κατείχαν τη βόρεια όχθη του Δούναβη, από το Βελιγράδι ως τις εκβολές.

Οι πρώτες εισβολές των Σλάβων, οι οποίες δεν έλαβαν μεγάλες διαστάσεις, έγιναν από τη βασιλεία του Ιουστίνου Α΄ (518-527), έως την έναρξη της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Μέχρι εκείνη την εποχή το Βυζάντιο ακόμη μπορούσε με όπλα να υπερασπίσει τα σύνορά του. Για τη φύση των επιδρομών ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί, ότι οι περιοχές από το Ιόνιο Πέλαγος ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης μαζί με την Ελλάδα κατακλυζόταν από Ούννους, Σκλαβίνους και Άντες (ομάδες Σλάβων) σχεδόν κάθε χρόνο από την εποχή που ο Ιουστινιανός ανέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι οποίοι προξενούσαν ανείπωτα δεινά στους κατοίκους. Η περιοχή, που περιγράφει ο Προκόπιος, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής χερσονήσου, ωστόσο αυτές οι ετήσιες καταστροφικές επιδρομές που γίνονταν με στόχο τη λεία, μετά τις οποίες οι βάρβαροι αποσύρονταν πέρα από το Δούναβη, περιορίζονταν αρχικά κυρίως στην ύπαιθρο και δεν κατέληγαν ακόμη σε μόνιμες εγκαταστάσεις Σλάβων στα Βαλκάνια.
Από το 550 μ.Χ. η διάρκεια των επιδρομών άρχισε να μεγαλώνει, οι Σλάβοι ξεχειμώνιαζαν πλέον στις κατακτημένες περιοχές, μερικές φορές καταλάμβαναν βυζαντινά φρούρια και πετύχαιναν να τα διατηρούν για ορισμένα χρόνια. Το βάθος στο οποίο έφταναν οι εισβολές των Σλάβων μαρτυρείται από το γεγονός ότι η τρίτη οχυρωμένη ζώνη έφτανε βαθιά στο εσωτερικό της χερσονήσου και εκτεινόταν νότια μέσω της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας μέχρι τις Θερμοπύλες και τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Ιωάννης ο Εφέσιος περιγράφει το έτος 584 μΧ: «Αυτό το ίδιο έτος…ήταν ξακουστό επίσης για την επιδρομή ενός απαίσιου λαού, με τ’ όνομα Σλάβοι, που κατέκλυσε ολόκληρη την Ελλάδα, και τη χώρα των Θεσσαλονικέων, κι όλη τη Θράκη, και κυρίεψε πόλεις, και κατέλαβε πολυάριθμα φρούρια, και κατέστρεψε κι έκαψε, και σκλάβωσε το λαό, κι έγινε κύριος όλης της υπαίθρου, κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτή διά της βίας, και κατοίκησε σ’ αυτή σα να ήταν δική του χωρίς φόβο. Κι ως τώρα έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια, κι ακόμη, επειδή ο βασιλιάς είναι μπλεγμένος στον πόλεμο με τους Πέρσες κι έχει στείλει όλες τις δυνάμεις του στην Ανατολή, ζουν με την άνεσή τους στην χώρα …». Οι Σλάβοι παρουσιάζονται ως ικανοί στρατιώτες, και δεν εμφανίζονται πια ως περαστικοί παρείσακτοι, οι οποίοι αφού ολοκληρώσουν τις επιδρομές τους επιστρέφουν στις πατρίδες τους.
Η κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου από τους Σλάβους φαίνεται να πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά τη βασιλεία του Φωκά (602-610) και στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου (610-641). Ο τελευταίος εκείνη την εποχή έθεσε τέλος στη διγλωσσία που υπήρχε ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και τον στρατό που χρησιμοποιούσαν τη λατινική και τις ευρείες λαϊκές μάζες της Ρωμαϊκής Ανατολής, και καθιέρωσε την ελληνική επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για τους Αρωμανικούς πληθυσμούς όμως ήταν αργά, καθώς η επιδρομή των εισβολέων τους ώθησε στην απομόνωσή τους στα δυσπρόσιτα βουνά, στον ασφαλή νομαδοκτηνοτροφικό τρόπο διαβίωσης μακριά από τα κέντρα εξουσίας. Οι επιδρομές των Σλάβων φαίνεται ότι διήρκεσαν περίπου δύο δεκαετίες. Τότε ήταν προφανώς η περίοδος που εγκαταστάθηκαν και στην Πελοπόννησο. Μερικές δεκαετίες αργότερα στις όχθες του Δούναβη εμφανίζονται οι Βούλγαροι. Μετά τη σύσταση του Βουλγαρικού κράτους οι Βούλγαροι ηγήθηκαν των επιδρομών των Σλαβικών φύλων στην Ελλάδα. Μόνο σε ορισμένες παραθαλάσσιες περιοχές και σε απροσπέλαστα βουνά μπόρεσαν να διατηρηθούν οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έγραψε χωρίς σχεδόν να υπερβάλλει ότι στην αρχή της βασιλείας του Ηρακλείου «οι Σλάβοι πήραν την Ελλάδα απ’ τους Ρωμαίους». Επιπλέον, η εγκατάσταση των Σλάβων στη γραμμή Ιλλυρικού – Δούναβη συνέβαλε στην αποξένωση μεταξύ του Ελληνικού και του Λατινικού μισού της Χριστιανοσύνης. Για όσο διάστημα κατοικούσε στο Ιλλυρικό ένας αρκετά μεγάλος λατινόφωνος πληθυσμός συμβιώνοντας ειρηνικά με τους Έλληνες, κι οι διαβαλκανικοί δρόμοι μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης παρέμειναν ανοιχτοί, η Βαλκανική Χερσόνησος αποτελούσε μια γέφυρα μεταξύ του Βυζαντίου και του Λατινικού κόσμου. Η Λατινική, που μέχρι αυτή την εποχή ήταν η επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αντικαταστάθηκε στο πρώτο μισό του 7ου αι. από την Ελληνική και γρήγορα σχεδόν ξεχάστηκε. Οι Σλάβοι δεν ήταν λαός νομαδικός, αλλά είχαν μόνιμη κατοικία και ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έφτασαν στην Ελλάδα ως συγκροτημένοι γεωργοί και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες.
Φοβερή επιδημία πανούκλας το διάστημα 746-747 επιτείνει την απομόνωση των φυλετικών ομάδων. Το 976 έχουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στο όνομα βλάχος, από τον Ι. Σκυλίτση όπου αναφέρεται στη δολοφονία του αδελφού του τσάρου των Βουλγάρων Σαμουήλ "τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω, αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τα λεγόμενας Καλάς Δρυς παρά τινών Βλάχων οδιτών" (Ι. Σκυλίτσης, Synopsis Historiarum, 1973).
Το 980 ο αυτοκράτορας Βασιλείος Β΄ τοποθετεί το Λαρισαίο πρόκριτο Νικολιτσά αρχηγό των Βλάχων της Ελλάδας "γινώσκουσα δε η βασιλεία μου ότι από του μακαρίτου μου πατρός έχεις τούτο δια χρυσοβούλου, αντί των εξκουβιτών, δωρείται σε την αρχήν των Βλάχων Ελλάδος" (Ανωνύμου, Λόγος νουθετητικός προς Βασιλέα, Πετρούπολις 1896). Το γεγονός αυτό δηλώνει ότι οι Βλάχοι της Θεσσαλίας βρισκόταν υπό τη βυζαντινή εξουσία, αν και είναι άγνωστο αυτοί οι λατινόφωνοι κάτοικοι από που ακριβώς προέρχονται και πια ακριβως διάλεκτο μιλούν.
Η Άννα Κομνηνή όταν αναφέρεται στις επιχειρήσεις του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ εναντίον των Κουμάνων (1094-1095) αναφέρεται για πρώτη φορά στους Βλάχους ως σημαντικό στοιχείο στην οροσειρά τπου Αίμου. Η ίδια, όπως αναφέρει στο έργο της “Αλεξιάς”, μας επιβεβαιώνει γράφοντας ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”.
Ο Κεκαυμένος στο "Στρατηγικόν" του περιέγραψε πολεμοχαρείς Βλάχους γύρω από τα Τρίκαλα και τη Λάρισσα "Ουδέποτε εφύλαξε πίστιν [το γένος των Βλάχων] πρός τινα ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων. Πολεμηθέντες παρά τoυ βασιλέως Tραΐανoύ και παντελώς εκτριβέντες, εάλωσαν ... ούτοι γαρ εισίν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσοι ώκουν δε πρότερον πλησίον του Δανουβίου ποταμού και του Σάου, ... ένθα νυν Σέρβοι αρτίως οικουσιν, εν οχυροίς και δυσβάτoις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των Ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των Ρωμαίων όθεν αγανακτήσαντες κατ' αυτών, ως είρηται, διέφθεφαν αυτούς οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα ... " (ο Κεκαυμένος, έζησε τον ΙΑ' αιώνα).
Στην αναφορά αυτή μπορεί κάποιος να διατυπώσει δύο προβληματισμούς. 1) Πολεμοχαρείς ομάδες Βλάχων, που όμως ασκούσαν και νομαδοκτηνοτροφικό τρόπο διαβίωσης μετακινούμενοι ανάλογα με τις πιέσεις των εισβολέων δεν συμβαδίζει 2) Πόσο παλιό είναι αυτό το γένος που ώφειλε, αλλά δεν απέδιδε "πίστιν" στους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων, αλλά παρόλα αυτά ωμιλεί (εάν ωμιλεί) την λατινική διάλεκτο και ποια λατινική διάλεκτο; Επιπλέον ο Βενιαμίν εκ Τουδέλλης, ισπανός ραββίνος του 12ου αιώνα, υποψιάζεται πως τουλάχιστον οι ληστές Βλάχοι της Θεσσαλίας είχαν εβραϊκή καταγωγή γιατί ενώ λήστευαν τους Εβραίους, τους αποκαλούσαν αδέλφια και δεν τους σκότωναν όπως τους Ελληνες.
(Συνεχίζεται)

Πηγή: http://paleomanina.blogspot.com/