Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Σιωνιστικές απάτες


Στα πράσα πιάστηκε συγγραφέας
«απομνημονευμάτων» από το Ολοκαύτωμα
Ματαιώθηκε η έκδοση


Λος Αντζελες

Τη ματαίωση της έκδοσης βιβλίου απομνημονευμάτων από το Ολοκαύτωμα, που περιείχε μία εκπληκτική ιστορία αγάπης, ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Berkley Books του ομίλου Penguin Group, αφού ο συγγραφέας Χέρμαν Ρόζενμπλατ παραδέχτηκε στον ατζέντη του Αντρεα Χερστ ότι είχε επινοήσει μέρος του βιβλίου. Το βιβλίο που δεν θα βγει στα ράφια των βιβλιοπωλείων είναι το «Αγγελος στο Φράκτη, Η αληθινή ιστορία μιας αγάπης που επιβίωσε» (Angel at the Fence, The True Story of a Love that Survived).
Ο 79χρονος Ρόζενμπλατ, συνταξιούχος ηλεκτρολόγος σήμερα που ζει στη Φλόριντα, είχε εμφανιστεί δύο φορές στην τηλεοπτική εκπομπή της Όπρα Ουίνφρι, όπου αφηγήθηκε την ιστορία γνωριμίας με τη σύζυγο του, όταν του πετούσε μήλα πάνω από το συρματόπλεγμα ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Γερμανία. Αποκαλύφθηκε, ωστόσο, ότι ο Ρόζενμπλατ είχε κατασκευάσει την ιστορία για ένα διαγωνισμό λογοτεχνίας μιας εφημερίδας πριν από δέκα χρόνια.
«Θα ζητήσουμε από το συγγραφέα και την ατζέντη του να επιστρέψουν όλα τα χρήματα που έχουν πάρει για αυτή την εργασία» είπε ο εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου.
Σύμφωνα με τη Χερστ, ο Ρόζενμπλατ τής αποκάλυψε ότι κατασκεύασε τον πυρήνα της ερωτικής ιστορίας, σύμφωνα με την οποία μετά τον πόλεμο μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου συνάντησε, ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε την Πολωνέζα μετανάστρια Ρόμα Ρατζίσκι. Κατόπιν τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν η κοπέλα που τού πετούσε την τροφή πάνω από το φράκτη στο στρατόπεδο του Σλιέμπεν, όπου ήταν κρατούμενος. Η Χερστ είπε ότι η ιστορία ήταν αληθινή μέχρι του σημείου της επιβίωσης του συγγραφέα και των αδελφών του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο, επινόησε την ερωτική ιστορία για να κερδίσει μεγαλύτερη προσοχή.
«Όπως και πολλοί άλλοι που διάβασαν την ιστορία του Χέρμαν ή τον είδαν μαζί με τη Ρόμα στην εκπομπή της Όπρα, δεν αμφισβήτησα ούτε ένα λεπτό την αυθεντικότητα μιας ιστορίας που κυκλοφόρησε ευρύτατα» είπε η Χέρστ, η οποία προσέθεσε ότι «όλοι όσοι εργάστηκαν τον τελευταίο χρόνο με τον Χέρμαν είναι έκπληκτοι και απογοητευμένοι που μία ιστορία ελπίδας είχε ένα τόσο δυσάρεστο τέλος».
Το βιβλίο που θα κυκλοφορούσε το Φεβρουάριο τέθηκε υπό αμφισβήτηση και έρευνα, όταν πολλοί ακαδημαϊκοί είπαν στο περιοδικό New Republic ότι η περιγραφή του στρατοπέδου δεν ήταν ακριβής και η ρίψη τροφίμων πάνω από το φράκτη αδύνατη.

Η ταινία
Ο Χάρις Σάλομον, πρόεδρος της κινηματογραφικής εταιρείας Atlantic Overseas Pictures, η οποία ξεκινά το Μάρτιο στην Ουγγαρία τα γυρίσματα ταινίας κόστους 25 εκατομμυρίων δολαρίων με βάση το βιβλίο του Ρόζενμπλατ, δήλωσε ότι «στη ζωή υπάρχουν ορισμένα πράγματα, όπως ένας επιζών του ολοκαυτώματος, που δεν αμφισβητούνται». «Τον πίστεψα» είπε ο Σάλομον και πρόσθεσε: «Ήταν το σωστό μήνυμα με λάθος αγγελιοφόρο, αλλά ο πυρήνας της ιστορίας είναι θαυμάσιος».
«Ουσιαστικά θα είναι δύο ιστορίες, η φαντασία που δημιούργησε στο μυαλό του συνδυασμένη με την πραγματική ζωή του Χέρμαν Ρόζενμπλατ που την κατασκεύασε, θα τον παρουσιάσω ως έναν άνθρωπο που έκανε κάτι πολύ κακό» είπε ο Σάλομον.

Ο κατάλογος των ψεύτικων απομνημονευμάτων
Πάντως, πολλοί συγγραφείς απομνημονευμάτων έχουν κατηγορηθεί κατα καιρούς ότι επινόησαν στοιχεία. Το περιστατικό αυτό θα αυξήσει την πίεση προς τους εκδοτικούς οίκους να ελέγχουν πιο προσεκτικά τα πραγματικά γεγονότα στα βιβλία που εκδίδουν.
Το 2006, ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέημς Φρέι παραδέχτηκε ότι είχε επινοήσει σημεία-κλειδιά των απομνημονευμάτων του για το αλκοόλ και τα ναρκωτικά με τίτλο «Ένα εκατομμύριο μικρά κομμάτια», που είχε βρεθεί στην κορυφή των πωλήσεων.
Τον Φεβρουάριο η Μίσα Ντεφονσέκα παραδέχτηκε ότι είχε βγάλει από το μυαλό της το μεγαλύτερο μέρος της αυτοβιογραφίας της, που είχε επίσης βρεθεί στην κορυφή των πωλήσεων και αφορούσε μία νεαρή εβραιοπούλα που την έσωσαν λύκοι, ενώ κρυβόταν από τους ναζί στην Ευρώπη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Φέτος ανακλήθηκε από τα βιβλιοπωλεία, όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν «κατασκευασμένο», και το βιβλίο της Μάργκαρετ Τζόουνς «Έρωτας και Συνέπειες» με θέμα μία νεαρή μιγάδα που μεγάλωσε σε μία γειτονιά του Λος Αντζελες, όπου δρούσαν συμμορίες.

Πηγή: http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=971511
με πληροφορίες από ΑΠΕ/Reuters

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Η ονομασία "Τούρκος"

Όλα του κόσμου τα κακά
Του Νίκου Χειλαδάκη*

Την ίδια περίοδο που εδώ στην Ελλάδα κάποιοι «εθελότυφλοι» και «ραγιαδόφρονες» επιμένουν να επιβάλουν στα σχολικά μας βιβλία μια εξωραϊσμένη και εξωπραγματική εικόνα για την παρουσία των Τούρκων στην ελληνική ιστορία, την ίδια περίοδο που τα ελληνικά μεγάλα κανάλια προβάλλουν με μανία κάποια εξωπραγματικά τουρκικά σίριαλ, καλλιεργώντας στο ελληνικό κοινό μιαν απατηλή εικόνα για τη σύγχρονη Τουρκία, στην ίδια την Τουρκία προκάλεσε σοκ η δημοσίευση μιας αποκαλυπτικότατης έρευνας του ίδιου του τουρκικού Γενικού Επιτελείου σχετικά με την εικόνα που έχουν για τους Τούρκους, πολίτες άλλων χωρών.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την έρευνα αυτή, σε 27 χώρες η εικόνα της Τουρκίας και των Τούρκων, όπως παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, είναι το λιγότερο, θα έλεγε κανείς, αρνητική και φτάνει μέχρι του σημείου να χαρακτηριστούν σαν η χειρότερη μάστιγα της ανθρωπότητας.

«Άρπαγες», «Πλιατσικολόγοι», «Κηφήνες», «Απατεώνες», «Στρατός του διαβόλου», «Ύπουλοι», «Παράσιτα», «Βιαστές», «Εισβολείς»,  «Βάρβαροι του Αττίλα», «Τύραννοι», είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά επίθετα με τα οποία «κοσμείται» η λέξη Τούρκος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια σειρά χωρών, από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Φινλανδία, οι Τούρκοι κατέχουν το ρεκόρ των αρνητικών χαρακτηρισμών σε σημείο να παρομοιάζονται με τη μεγαλύτερη συμφορά για τους λαούς των χωρών αυτών. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι τέτοιοι χαρακτηρισμοί εμφανίζονται σε σχολικά βιβλία ακόμα και μουσουλμανικών χωρών, ακόμα και χωρών που σήμερα συνδέονται με φιλικές και συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία.
Συγκεκριμένα στην Αλβανία, στην όγδοη τάξη της στοιχειώδους εκπαίδευσης, αναφέρεται ότι απ’ όπου πέρασαν οι Τούρκοι έπεσε μαύρη σκλαβιά, οι μάνες βιαστήκαν, οι άντρες πουλήθηκαν σαν δούλοι και σκλάβοι.
Στη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, στην έβδομη τάξη της στοιχειώδους εκπαίδευσης, οι Τούρκοι χαρακτηρίζονται σαν κλέφτες, βιαστές, ληστές και παράσιτα και προστίθεται πως εξαιτίας της σκλαβιάς στους Τούρκους, οι λαοί των σκλαβωμένων χωρών υπέστησαν μεγάλη καθυστέρηση στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη και έμειναν πολύ πίσω σε σύγκριση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης.
Στα Σκόπια, στην πρώτη τάξη του Λυκείου, αναφέρεται πως οι Τούρκοι βασάνιζαν, κρέμαγαν τους αγωνιστές του λαού, τους κάρφωναν πάνω σε πασσάλους, τους έγδερναν με το χειρότερο τρόπο.
Αλλά και εκτός των Βαλκανίων υπάρχουν επίσης πολύ επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Τούρκων. Έτσι στην Ουκρανία, στην έβδομη τάξη της στοιχειώδους εκπαίδευσης, αναφέρεται ότι ο Χασάν πασάς, μετά την εξέγερση της Κριμαίας, έφερε στην Πόλη τριακόσιους σκλάβους που τους πούλησε στο σκλαβοπάζαρο. Εκεί χωρίστηκε η μάνα από το παιδί της και ο γιος από τον πατέρα, μέσα από έναν ανεπανάληπτο θρήνο των δύστυχων σκλάβων.
Είναι γνωστή βέβαια η θέση της Αρμενίας όπου στα σχολικά της βιβλία καυτηριάζεται με πολύ έντονο τρόπο όλη η ιστορική διαδρομή των Τούρκων και φυσικά δίνεται μεγάλη έμφαση στη γενοκτονία που έγινε σε βάρος του αρμενικού λαού.
Επίσης στα σχολικά βιβλία της Γερμανίας αναφέρεται, με έντονα επικριτικό για τους Τούρκους ύφος, η καταπίεση των Κούρδων, ενώ η ίδια η Τουρκία χαρακτηρίζεται σαν ένα ακραίο εθνικιστικό κράτος και ότι ο τουρκικός στρατός είναι στρατός βασανιστηρίων.
Τέλος στα σχολικά βιβλία της μακρινής Φιλλανδίας υπάρχουν και εκεί άκρως υποτιμητικές για τους Τούρκους αναφορές. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι στην Τουρκία απαγορεύεται η χρήση της μητρικής γλώσσας για τους Κούρδους, ότι γίνονται βασανιστήρια σε άτομα των μειονοτήτων και ότι από το 1984 το ΡΚΚ, που χαρακτηρίζεται σαν απελευθερωτικό κίνημα, έχει αρχίσει ένοπλο αγώνα κατά της τουρκικής καταπίεσης.
Οι έντονα επικριτικές για την Τουρκία και τους Τούρκους αναφορές σε βιβλία της σχολικής εκπαίδευσης επεκτείνονται και σε άλλες χώρες, όπως Ιταλία, Γαλλία, Ρωσία, ακόμα και στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί στην ίδια την Τουρκία, στη γειτονική Συρία έχουν καταγραφεί 92 (οι περισσότερες) επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Οθωμανών και των Τούρκων από τη χώρα τους, στην Κυπριακή Δημοκρατία 65, στη Βουλγαρία 50 και 43 στη Βοσνία/Ερζεγοβίνη.

Η βουλγαρική γενοκτονία
ΕΝΑ άλλο μεγάλο πολιτικό-ηθικό σοκ που υπέστησαν πρόσφατα οι Τούρκοι, είναι με την τελευταία κυβερνητική αλλαγή της Βουλγαρίας. Ο νέος πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Μπόικο Μπορίσοφ, σύμφωνα με δημοσιεύματα του ίδιου του τουρκικού Τύπου, δήλωσε επίσημα πως η Βουλγαρία θα διεκδικήσει αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Βούλγαροι στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από τους Τούρκους, με τις σφαγές που έγιναν τότε σε πολλές βουλγαρικές επαρχίες.
Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες που έφταναν από τη Σόφια, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός φερόταν να είχε δηλώσει στο Βούλγαρο δημοσιογράφο, Γκεόργκι Κοριτάροφ, πως η Βουλγαρία έχει το δικαίωμα της απαίτησης της ιστορικής δικαίωσης. Πρόσθεσε δε ότι σύντομα θα φέρει στο βουλγαρικό κοινοβούλιο ψήφισμα με το οποίο θα οριστεί ημέρα επετείου της βουλγαρικής γενοκτονίας, που υπέστη ο βουλγαρικός λαός από τους Τούρκους το δέκατο ένατο αιώνα.
Η δήλωση αυτή τάραξε τα τουρκικά ΜΜΕ, ενώ πολλοί την Άγκυρα τόνιζαν ότι αυτό γίνεται κατόπιν πιέσεων του γνωστού ακροδεξιού βουλγαρικού κόμματος, ΑΤΑΚΑ, που βγήκε ενισχυμένο από τις τελευταίες εκλογές και φέρεται να στηρίζει τη νέα κεντροδεξιά βουλγαρική κυβέρνηση του Μπόικο Μπορίσοφ. Το ΑΤΑΚΑ και στο παρελθόν είχε καταφερθεί έντονα κατά της Τουρκίας και την είχε κατηγορήσει ότι υποκινεί την τουρκόφωνη μουσουλμανική μειονότητα της Βουλγαρίας για να εξυπηρετήσει τα τουρκικά συμφέροντα στην περιοχή. Μάλιστα τις παραμονές των εκλογών είχε διοργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις στα σύνορα Τουρκίας - Βουλγαρίας, με έντονα αντιτουρκικό χαρακτήρα, προσπαθώντας να εμποδίσει τα καραβάνια των τουρκόφωνων ψηφοφόρων που έρχονταν οργανωμένοι από την Τουρκία όπου μένουν τα τελευταία χρόνια, για να ψηφίσουν στις τελευταίες βουλγαρικές εκλογές.
Να σημειωθεί ότι το ΑΤΑΚΑ έχει πρωτοστατήσει στο παρελθόν στο βουλγαρικό κοινοβούλιο για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας και μάλιστα το 2006 είχε φέρει σχετικό νομοσχέδιο στη βουλγαρική Βουλή, αλλά τελικά το νομοσχέδιο είχε απορριφθεί κατόπιν έντονων αντιδράσεων της Τουρκίας, αλλά και των εκπροσώπων της τουρκόφωνης μειονότητας στη βουλγαρική βουλή.


Μόνο το 9% των Τούρκων καυχώνται...
ΑΚΟΜΗ και στην ίδια την Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια νέα συζήτηση γύρω από τον ορισμό του Τούρκου και τον ιστορικό του ρόλο, που αντιδιαστέλλεται από αυτόν των Οθωμανών. Σύμφωνα με μια μεγάλη μελέτη του αμερικανικού πανεπιστημίου Στάνφορντ, που αναδημοσιεύτηκε και στην Τουρκία από τον Τούρκο ιστορικό ερευνητή Μπεκίρ Οζγκέ, μόνο το 9% των σημερινών κατοίκων της Τουρκίας μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν πραγματικά τουρκική καταγωγή από την κεντρική Ασία. Η ταύτιση Τούρκων και Οθωμανών έγινε εδώ και 100 χρόνια περίπου και αποτέλεσε στη συνέχεια το ιστορικό όπλο του Κεμάλ Ατατούρκ για να θεμελιώσει νέα τεχνητή εθνική συνείδηση στους κατοίκους της Μικράς Ασίας, που απέμειναν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, τις σφαγές των χριστιανών και την περίφημη εθνοκάθαρση. Όπως αναφέρεται, λοιπόν, μέχρι το 1876 η λέξη Τούρκος δεν απαντούσε πουθενά στα επίσημα έγραφα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ο Πορθητής αναφερόταν σαν «Ηγεμόνας των Ρωμιών», ενώ πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν Έλληνας από μητέρα.
Οι Οθωμανοί δεν μιλούσαν ποτέ Τουρκικά και αυτό είναι γνωστό και σε πολλούς μελετητές και ιστορικούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η οθωμανική γλώσσα είναι κυρίως μείγμα Αραβικών και Περσικών. Ακόμα και η σημερινή τουρκική γλώσσα χρησιμοποιεί χιλιάδες αραβικές και περσικές λέξεις. Η γλώσσα που μιλούσαν στο οθωμανικό σαράι ήταν κατ’ εξοχήν τα Περσικά, ενώ το αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν ήταν το αραβικό και η περσική παραλλαγή του.
Αλλά το πιο εκπληκτικό ήταν πως οι διανοούμενοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ποιητές και οι άνθρωποι του σουλτάνου, έδειχναν σε κάθε ευκαιρία τον αποτροπιασμό τους και την αποστροφή τους προς καθετί που εμφανιζόταν σαν… τουρκικό. Ο μεγάλος Οθωμανός ποιητής, Μπακί, της εποχής του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στο αποκορύφωμα της αυτοκρατορίας, είχε γράψει ένα έκπληκτο ποίημα για τους Τούρκους και έλεγε τα εξής χαρακτηριστικά:

«Κανένα στέμμα δεν μπορεί να στέψει τον κάτοχο ένδειας και πενίας. Όποιος ανήκει στην τουρκιά, έχει αγύριστο κεφάλι. Ο Τούρκος στερείται ικανότητας να ηγεμονεύσει».

Ένας άλλος γνωστός Οθωμανός ποιητής, ο Νεφ, είχε πει «Ο Θεός έχει στερήσει την πηγή της γνώσης από τους Τούρκους». Ο Οθωμανός λόγιος, Χαφίζ Αχμέτ Τσελεμπί, είχε γράψει το 1499 αυτές τις πράγματι πολύ χαρακτηριστικές φράσεις:

«Μην τύχει και λογιάσεις τον Τούρκο ως άνθρωπο. Αν κατά τύχη βρεθεί ζάχαρη σε χέρι Τούρκου, αυτή μετατρέπεται σε δηλητήριο. Μη θλίβεσαι καθώς αποκεφαλίζεις Τούρκο. Και πατέρας να ‘ναι, μη διστάσεις να σκοτώσεις τον Τούρκο».

Οθωμανοί λόγιοι, όπως ο Ναϊμά και ο Οθωμανός ιστορικός Κεριμεντίν Μαχμούτ, από το Άκσαραϊ, χαρακτήριζαν τους Τουρκογενείς σαν καθυστερημένους, πνευματικά βάρβαρους, θεομπαίχτες, αγύρτες, βρόμικους. Χαρακτηριστικό είναι τα όσα αναφέρει ο Κεριμεντίν Μαχμούτ:

«Τούρκοι, σκυλιά, λύκοι, κάνουν τον άγριο, αλλά όταν έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο, το βάζουν στα πόδια».

Στην οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912, όπως αναφέρει η μελέτη του αμερικανικού πανεπιστημίου, η λέξη Τούρκος και τουρκικός εθεωρείτο σαν εχθρική προς την αυτοκρατορία. Ακόμα και στα επίσημα οθωμανικά έγγραφα δεν γινόταν καμία αναφορά για την τουρκικότητα της αυτοκρατορίας• αντίθετα, σε όποια περίπτωση γινόταν κάποια αναφορά, αυτή συνοδευόταν πάντα με υποτιμητικές φράσεις.

* Συγγραφέας-τουρκολόγος

(Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σημερινή)

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΚΡΑΤΟΣ-ΜΕΙΟΔΟΤΗΣ…


Καταργούν τη μοναδική
Ελληνική βιβλιοθήκη στα Πομακοχώρια


Κατρακύλα χωρίς σταματημό!

Άρθρο του Κεμάλ Φαρζλή

Ένα νέο χτύπημα -από μία σειρά μειοδοτικών ενεργειών- δέχονται τα Πομακοχώρια, τη στιγμή που η εκτουρκιστική παρουσία της Άγκυρας διογκώνεται ποσοτικά και ποιοτικά. Αναφερόμαστε στη μοναδική Ελληνική (Ελληνόφωνη) βιβλιοθήκη των Πομακοχωριών της Ξάνθης και της Ροδόπης, η οποία λειτουργεί στο χωριό Μύκη από το 2004, με 7.000 βιβλία.
Η Βιβλιοθήκη δεν αποτελεί μόνο χώρο παράταξης βιβλίων, αλλά έχει αναλάβει πλήθος πρωτοβουλιών στις οποίες συμμετέχουν τα παιδιά της Μύκης, όπως κουκλοθέατρο, μαθήματα ζωγραφικήςκαι άλλες δημιουργικές δραστηριότητες. Μέχρι και τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη παρουσίασαν τα μικρά Πομακόπουλα. Πολλοί επισκέπτες από άλλες περιοχές της Ελλάδας, έχουν μείνει άφωνοι με το χώρο και τις δράσεις της βιβλιοθήκης, η οποία απασχολεί μόνο μία υπάλληλο και μία καθαρίστρια.
Οι μητέρες του χωριού, παρά την αρχική προπαγάνδα των γενίτσαρων, αγκάλιασαν τη βιβλιοθήκη και πλέον αποτελεί ένα αγαπημένο προορισμό για τα νεαρά Πομακόπουλα.

Ό,τι δεν πέτυχε η Άγκυρα σε όλα τα χρόνια της λειτουργίας της, το κάνει τώρα η Αθήνα. Στα πλαίσια της πολιτικής οικονομικών περικοπών, επίκειται, η κατάργηση του «Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών», (μη κερδοσκοπικού Ν.Π.Ι.Δ. ο οποίος χρηματοδοτείται και εποπτεύεται από το Υπουργείο «Εθνικής» Παιδείας) ή, στην καλύτερη περίπτωση, η κατάργηση πολλών βιβλιοθηκών, ώστε από τις 24 εν λειτουργία να απομείνουν 12. Έτσι, και η βιβλιοθήκη της Μύκης, ένα παράθυρο στον κόσμο για τα Πομακόπουλα, κινδυνεύει να κλείσει.
Την ίδια στιγμή, στα Πομακοχώρια οι τουρκικές βιβλιοθήκες αυξάνονται και ενισχύονται με χιλιάδες τουρκικά βιβλία (πρωτίστως εθνικιστικού χαρακτήρα). Πρόσφατα στον Κένταυρο ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων νέα Τουρκική βιβλιοθήκη, η οποία εσωτερικά απαστράπτει από πολυτέλεια, αφού διαθέτει αίθουσα σ ύ γ χ ρ ο ν ω ν  π ρ ο δ ι α γ ρ α φ ώ ν, με αναγνωστήριο, υπολογιστές και πάμπολλους τίτλους τουρκικών βιβλίων και φυσικά μόνιμο προσωπικό. Το κόστος ανοικοδόμησης είναι τεράστιο για τα δεδομένα του χωριού. Πού άραγε βρέθηκαν τα χρήματα;


H βιβλιοθήκη έλκει τον μαθητή και δημιουργεί μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα πολυτέλειας, αλλά και συνθήκες (τουρκικής) μάθησης πρωτόγνωρης για την ορεινή περιοχή. Εκτός, από αυτήν λειτουργεί και η βιβλιοθήκη του Εχίνου, η ιδεολογία της οποίας απεικονίζεται στην επιγραφή της. Αν και είναι δημοτική βιβλιοθήκη, φέρει τον τίτλο της και στα …τουρκικά! (βλ. φωτο) 



Απέναντι, λοιπόν, σε αυτήν την πραγματικότητα, η βιβλιοθήκη της Μύκης ήταν το μοναδικό αντίβαρο κοινωνικοποίησης των Πομακόπουλων. Τώρα, που κινδυνεύει με κλείσιμο, η γνώση, σε αυτό το επίπεδο τουλάχιστον (δεν θα μιλήσουμε προς το παρόν για την παρεχόμενη δημόσια ή μειονοτική εκπαίδευση στα Πομακοχώρια), παραχωρείται μονοπωλιακά στην τουρκική βιβλιοθήκη του Κενταύρου και την …Belediye Kütüphanesi του Εχίνου…
Τα Πομακόπουλα θα πάψουν να διαβάζουν Ελληνικά…
Αναρωτιόμαστε: μεγαλοσχήμονα στελέχη της σημερινής κυβέρνησης, όπως ο Ξανθιώτης υπουργός κ. Σωκράτης Ξυνίδης, πάτησαν ποτέ το πόδι τους, στην βιβλιοθήκη, ώστε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι και να αξιολογήσουν το παραγόμενο έργο; Ποιοι θα κρίνουν τι πραγματικά συμβαίνει; Άνθρωποι που ούτε το κτήριο, όπου στεγάζεται, δεν γνωρίζουν;
Φυσικά, την ίδια στιγμή, θλιβερά μπουλούκια χριστιανών υποψηφίων παντός πολιτικού χρώματος, περιφέρονται από Πομακο-χωρίου εις Πομακο-χωρίον, περιβεβλημένοι με βλακώδη χαμόγελα και εμετική διαχυτικότητα, χωρίς να τους καίγεται καρφί για την ορεινή Ροδόπη, την οποία παραδίδουν αμαχητί στην σφαίρα πολιτικής και πολιτισμικής επιρροής της Άγκυρας.
Αμφιβάλουμε, αν γνωρίζουν καν, τι συμβαίνει εκεί πάνω. Όλοι τους, επιβεβαιώνουν τον Θεμελιώδη Νόμο της Ανθρώπινης Βλακείας (Θ.Ν.Α.Β.), σύμφωνα με τον οποίο οι Βλάκες είναι πιο επικίνδυνοι και από τους Κακοποιούς. Εμείς, θα λέγαμε ότι, στη Θράκη, οι Βλάκες είναι πιο επικίνδυνοι (για την Ελλάδα) ακόμα και από τους Πράκτορες της Άγκυρας… Εκεί, έχουμε φθάσει! Και δεν τελειώσαμε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας…Η κατρακύλα, που πλέον έχει παραδοθεί εξολοκλήρου, όχι μόνο στον προαναφερθέντα Θ.Ν.Α.Β., αλλά και στο νόμο της βαρύτητας, έχει μέλλον…
Και για να μην παρεξηγηθούμε, είμαστε βέβαιοι ότι οι νοήμονες αναγνώστες της Ζαγάλισα, δεν πληρούν τους όρους του Θ.Ν.Α.Β. και γι αυτό θα πιέσουν αυτόβουλα και με σθένος, προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να μην κλείσει η Βιβλιοθήκη της Μύκης. Τα μεταξύ μας σχόλια είναι Παντελώς Άχρηστα (Π.Α.), αν δεν μετατραπούν σε πιέσεις προς βουλευτές, περιφερειάρχες, δημάρχους και κομματικά επιτελεία…

Άρθρο του Κεμάλ Φαρζλή


"Ζαγάλισα" (Τεύχος 47, Νοέμβριος 2010)

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ιταλικοί λαοί (7)


(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ.Ε.Ευαγγελίδη)
Άπουλοι: Αρχαίος λαός του ΝA άκρου της ιταλικής χερσονήσου. Κατά τον Στράβωνα (Ε΄ IV. 2), έτσι ονομαζόταν ο λαός που οι Έλληνες αποκαλούσαν Δαυνίους ή σύμφωνα με άλλη ερμηνεία, το τμήμα των Απούλων που αποκαλούσαν Δαυνίους. Αυτή η δεύτερη ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο Γεωγράφο του 2ου αιώνα μ.Χ. Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ Ι. 15), σύμφωνα με τον οποίον οι Άπουλοι διακρίνονταν στους Δαυνίους στα βόρεια και τους Πευκέτιους στα νότια της Απουλίας. Το θέμα διευκρινίζεται με την προσεκτική ανάγνωση των όσων αναφέρονται παρακάτω από τον ίδιο τον Στράβωνα (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 11): «…οι κάτοικοι γύρω λέγονται Άπουλοι και είναι ομόγλωσσοι με τους Δαυνίους και τους Πευκετίους, αλλά και κατά τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν σήμερα, ενώ παλαιά πρέπει να διέφεραν σε πολλά, πράγμα που φαίνεται από τα ονόματά τους που τότε επικρατούσαν…». Οι οξυδερκείς αυτές παρατηρήσεις του Στράβωνος έχουν επιβεβαιωθεί από τις νεώτερες έρευνες, που μας βοήθησαν να αποκαταστήσουμε την ιστορική πορεία των λαών της περιοχής.
Σύμφωνα λοιπόν με τις πλέον πρόσφατες απόψεις (βλ. C.A.H. Vol. IV, σελ.690), οι Άπουλοι ήσαν στην πραγματικότητα ένας Οσκικός λαός (οι Όσκοι αποτελούσαν μια από τις σημαντικότερες ομάδες λαών και γλωσσών στην προ-Ρωμαϊκή Ιταλία), που διείσδυσε στην περιοχή τον 4ο αιώνα π.Χ. και πιθανόν νωρίτερα. Βαθμιαία θα αφομοιώσουν τα αυτόχθονα φύλα των Δαυνίων και Πευκετίων, που αποτελούσαν τους παλαιότερους κατοίκους της περιοχής (βλ. Χάρτη).
Ορισμένοι συγγραφείς (βλ. Encyclopedia Britannica), περιλαμβάνουν στους Άπουλους και τους αρχαιότερους κατοίκους της νότιας Απουλίας Ιάπυγες και Μεσσάπιους (Καλαβρούς και Σαλεντίνους) δηλ. τους λαούς της λεγομένης Μεσσαπικής ομάδας, άποψη που θεωρείται προϊόν σύγχυσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ονομασία Απουλία (Λατιν. Apulia, Ιταλ. Puglia) προέρχεται από την αρχαιοελληνική ονομασία της περιοχής, Ιαπυγία – Iapygia, μέσω της Οσκικής διαλέκτου, που την μετέτρεψε σε Apudia (βλ. C.A.H. ό.π. σελ. 676).

Δαύνιοι: Αρχαίος λαός στα ΝΔ της ιταλικής χερσονήσου, στα παράλια της Αδριατικής, εγκατεστημένος βορειότερα των Πευκετίων. Η μνεία τους στον Στράβωνα (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 1), μάλλον σύγχυση προκαλεί, αφού αναφέρει ότι οι Πευκέτιοι στα ελληνικά λέγονται Δαύνιοι, ενώ παρακάτω (ΙΙΙ. 8) «…έως εδώ κατοικούν κοντά στην θάλασσα οι Πευκέτιοι [] την γειτονική χώρα κατοικούν Δαύνιοι και έπειτα οι Άπουλοι έως του Φρεντανούς…». Στην συνέχεια, επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτήν την σύγχυση μεταξύ των δύο λαών, αναφέροντας ότι στην εποχή του (1ος αιώνας π.Χ.), όλη η περιοχή ονομαζόταν Απουλία και ότι μόνον στα παλιά χρόνια αναφέρονταν Δαύνιοι και Πευκέτιοι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στις πόλεις της περιοχής, Λουκερία (Luceria) «…και αυτή ήταν αρχαία πόλις των Δαυνίων, σήμερα ταπεινωμένη…», το Κανύσιο (Canusium) και οι Άρποι (Arpi), που παλαιότερα ονομαζόταν Αργυρίππα και ακόμη παλαιότερα Άργος Ίππιον. Για τις δύο τελευταίες μνημονεύει την παράδοση ότι ιδρύθηκαν από τον Διομήδη (τον συμπολεμιστή του Οδυσσέα στα Τρωϊκά). Για τον Διομήδη αναφέρει τον μύθο ότι στην περιοχή αυτήν ήταν που εξαφανίστηκε και οι σύντροφοί του μεταμορφώθηκαν σε πουλιά με την ικανότητα να διακρίνουν τους καλούς ανθρώπους από τους εγκληματίες και ιερόσυλους.
Σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις των ερευνητών, οι αναφορές του Στράβωνος φαίνεται ότι απηχούν πραγματικά γεγονότα παλαιοτέρων εποχών, που με το ξεκαθάρισμά τους διαλύεται η σύγχυση.
Κατά τις πλέον πρόσφατες απόψεις λοιπόν, οι Δαύνιοι και οι νότιοι γείτονές τους στις ακτές της Αδριατικής Πευκέτιοι, ίσως αποτελούσαν λαούς που προέκυψαν από την συγχώνευση παλαιότερων αυτοχθόνων κατοίκων της περιοχής με λαούς της λεγομένης «Μεσσαπικής ομάδας» (βλ. Μεσσάπιοι), αλλά και με Έλληνες αποίκους που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή σε διάφορες εποχές, αν λάβουμε υπ’ όψιν και την αναφορά του Στράβωνος (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 8), ότι η χώρα των Πευκετίων δέχτηκε παλαιότερα Αρκάδες αποίκους.
Ελάχιστες επιγραφές στις διαλέκτους των Δαυνίων και των Πευκετίων έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, γραμμένες σε αλφάβητο στενά συνδεδεμένο με το Ελληνικό και το οποίο διαφέρει από το Μεσσαπικό αλφάβητο, που προέκυψε από το Ελληνικό αλφάβητο του Τάραντος (βλ. σχετικά C.A.H. Vol. IV, σελ. 737).
Οι Άπουλοι, ένας Οσκικός λαός (οι Όσκοι αποτελούσαν μια από τις σημαντικότερες ομάδες λαών και γλωσσών στην προ-Ρωμαϊκή Ιταλία), θα διεισδύσουν στην περιοχή τον 4ο αιώνα π.Χ. και πιθανόν νωρίτερα. Βαθμιαία θα αφομοιώσουν τα αυτόχθονα φύλα των Δαυνίων και Πευκετίων, που αποτελούσαν τους παλαιότερους κατοίκους της περιοχής (βλ. C.A.H. Vol. IV, σελ.690).

Πευκέτιοι: Αρχαίος λαός στο ΝΔ άκρο της ιταλικής χερσονήσου, στα παράλια της Αδριατικής, αλλοιώς Ποίδικλοι (Pediculi), οι νότιοι γείτονες των Δαυνίων.
Σύμφωνα με τον ιστορικό του 1ου αιώνα π.Χ. Διονύσιο Αλικαρνασσέα (Ρωμ. Αρχαιολ. Α΄ ΧΙ. 4) οι Πευκέτιοι ήσαν Αρκάδες άποικοι και πήραν το όνομά τους από τον Πευκέτιο, τον αδελφό του Οίνωτρου. Ο Οίνωτρος και ο Πευκέτιος ήσαν γιοι του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάονα και της Διηάνειρας, που εγκατέλειψαν την Ελλάδα και επικεφαλής αποίκων εγκαταστάθηκαν στην νότια Ιταλία, δεκαεπτά γενιές πριν από την εκστρατεία στην Τροία (ό.π. ΧΙ. 2). Για να αποδείξει μάλιστα ότι οι παραπάνω απόψεις απηχούν πραγματικά γεγονότα, ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς επικαλείται την μαρτυρία ενός παλαιότερου ιστορικού (5ος αιώνας π.Χ.), του Φερεκύδη του Αθηναίου (ό.π. ΧΙΙΙ. 1).


Κρατήρ Πευκετίων με γεωμετρικά σχέδια
 (Μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά (40)

(κλικ επάνω στην εικόνα του κειμένου για μεγέθυνση)


Και άλλες διεθνείς ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά από την ιστοσελίδα του Καταλανού καθηγητή κλασσικής φιλολογίας Joan Coderch-i-Sancho “Akropolis World Νews” (http://www.akwn.net/).

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Εβραίοι και Θεσσαλονίκη

(κλικ επάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)

Μια ιστορική ακρόαση:
Αρχιρραβίνος προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο

«...Είναι χαρακτηριστική η συνδιάλεξη του αρχιρραβίνου της Θεσσαλονίκης με τον βασιλέα Κωνσταντίνο πριν αναχωρήσει ο άναξ για την Αθήνα [...]. Ο αρχιρραβίνος [...] είπε: "Είχαμε καταβάλει κάθε προσπάθεια για να βελτιώσουμε την πορεία της τουρκικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, κι εμείς οι Εβραίοι θα γινόμαστε ευχαρίστως θυσία για να διατηρηθεί η τουρκική κυριαρχία. Δηλώνω με κάθε ειλικρίνεια πως εγώ προσωπικά θα έπαιρνα το όπλο [...] για να βοηθήσω το τουρκικό έθνος. Επειδή όμως αυτό δεν ήταν δυνατό, κι εμείς οι Εβραίοι δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για να αποτρέψουμε τη μοίρα της Τουρκίας, έτσι προσαρμοστήκαμε στις νέες συνθήκες που μας έφερε η ελληνική κυριαρχία".
Ο βασιλέας Κωνσταντίνος απαντώντας είπε ότι δέχεται με ικανοποίηση τις δηλώσεις [...] επειδή εκφράστηκαν με ειλικρίνεια και διαβεβαίωσε ότι οι Εβραίοι στη Νέα Ελλάδα θα απολαύουν της προστασίας και της συνδρομής εκ μέρους των αρχών...»

Κλεάνθης Νικολαΐδης, στο Π.Κ. Ενεπεκίδη, Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια 1875-1912,
Εκδ. Αφών Κυριακίδη

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (8)


«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης
(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

TO ANTIΣTPOΦO ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ
Στα ειδικά λεξικά ανήκει και το Ἀντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς τού αειμνήστου καθηγητή τής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεωργίου Κουρμούλη (ο οποίος διετέλεσε στην αρχή τής σταδιοδρομίας του συντάκτης τού Ιστορικού λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών). Tο λεξικό εκδόθηκε το 1967 και περιλαμβάνει όλον τον λεξιλογικό θησαυρό τής Νέας Ελληνικής, καθαρεύουσας και δημοτικής, καταταγμένο σε αντίστροφη σειρά, από το ληκτικό γράμμα προς το αρκτικό, δηλ. από το τέλος προς την αρχή των λέξεων. Tο Λεξικό τού Κουρμούλη είναι το πρώτο λεξικό τής Νέας Ελληνικής, στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές για επεξεργασία δεδομένων τής ελληνικής γλώσσας. Με αυτούς έγιναν οι πίνακες στατιστικής συχνότητας των ληκτικών δομών των ελληνικών λέξεων (πόσες λέξεις τής Ν. Ελληνικής λήγουν σε -α ή -ο ή -ω κ.λπ., πόσες λήγουν σε δύο γράμματα -βω, -γω, -ια κ.λπ. και πόσες λήγουν σε τρία γράμματα -σια, -εια κ.λπ.). Έτσι πληροφορούμεθα λ.χ. ότι το 52% των ελληνικών λέξεων (κατά το γλωσσικό υλικό τού λεξικού) λήγει σε -ς (42.883 λέξεις) και αμέσως μετά σε -α με ποσοστό 20% (16.259 λέξεις). Ότι η κατάληξη που εμφανίζει τη μεγαλύτερη συχνότητα στο λεξιλόγιο τής Ελληνικής είναι η κατάληξη -ος (π.χ. λόγος, νέος, δάσος) με ποσοστό 22% και 18.273 λέξεις. Ενδεικτικά στοιχεία βγαίνουν και από τη σύγκριση των ληκτικών στοιχείων τής Ν. Ελληνικής με εκείνα τής αρχαίας137. Έτσι λ.χ. αποδεικνύεται ότι η αρχαία Ελληνική διαθέτει 171 λέξεις σε -λογία (παθολογία, θεολογία, ακριβολογία, μυθολογία κ.λπ.), έναντι 342 λέξεων που έχει η Νέα Ελληνική (η διαφορά οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην εξέλιξη και δημιουργία νέων επιστημονικών κλάδων και εννοιών με αντίστοιχους όρους). Από τις 342 λέξεις τής Ν. Ελληνικής 93 μόνον έχουν παραδοθεί από την αρχαία, ενώ οι 249 είναι νεότερες, γεγονός που δείχνει την παραγωγική δύναμη τής Ν. Ελληνικής.
Εκτός από τους στατιστικούς πίνακες και τα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτούς, που όλα μαζί υπό τον τίτλο Παραρτήματα καταλαμβάνουν 140 σελίδες τού έργου (σ. 676-801), διδακτικά είναι όσα γράφει ο Κουρμούλης για τη λεξικογραφία στην εκτενή Εισαγωγή τού Λεξικού (σ. viixxxvi):
«Tὰ πρῶτα ὑπὸ τῶν Aἰγυπτίων, Ἰνδῶν καὶ ἀρχαίων Ἑλλήνων συνταχθέντα λεξικᾶ ἦσαν διευθετημένα καθ’ ὕλην [...], ἤτοι κατὰ σημασιολογικὰς ἑνότητας: γραφή, γραφεύς, συγγραφεύς, καταγράφω, συγγράφω κ.λπ., κατὰ συστήματα τερμάτων: λέγω, ἀντιλέγω, καταλέγω, προλέγω κ.λπ., κατὰ τὸ πρῶτον συνθετικόν: καταγράφω, καταδιώκω, καταλέγω κ.λπ. Ἡ διάταξις τῶν λέξεων κατ’ εὐθεῖαν ἀλφαβητικὴν τάξιν φαίνεται ὅτι συνιστᾷ ἐπιτυχὲς εὑρετήριον τοῦ κώδικος αὐτοῦ τῆς ἐνδιαθέτου γλώσσης, διὸ καὶ ἐκρίθη ἐνωρdς ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτάσσεται τῶν καθ’ ὕλην συντεταγμένων λεξικῶν ἀλφαβητικὸς πίναξ. [...] Πάντως τὰ πρῶτα ἐκτενῆ λεξικὰ τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἤρχισαν νὰ συντάσσωνται μόλις ἀπὸ τοῦ 15ου αἰῶνος κ.ἑξ.»138.
Με το Αντίστροφο Λεξικό τού Κουρμούλη έχουμε ανάγλυφη εικόνα τής γραμματικής (μορφολογικής) δομής τής νέας ελληνικής γλώσσας, αφού, σε κλιτές γλώσσες όπως η Ελληνική, τα ληκτικά συστήματα (που είναι εμφανή μόνον από ένα αντίστροφο λεξικό) είναι εκείνα που δείχνουν πώς δηλώνονται στην ελληνική γλώσσα οι ποικίλες γραμματικές πληροφορίες μέσα από την οργάνωση σε μέρη τού λόγου. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κουρμούλης «ἡ κατ’ ἀντίστροφον τάξιν διάταξις τοῦ λημματολογίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ βάθρον τῆς γραμματικῆς θεωρήσεως τῆς γλώσσης»139.
Tο 1996 κυκλοφορήθηκε και νέο αντίστροφο λεξικό, το Αντίστροφο λεξικό τής κοινής νεοελληνικής γλώσσας τού Ευαγγ. Μπαλαφούτη (Αθήνα: Επικαιρότητα). Μολονότι το λεξικό αυτό είναι πλουσιότερο σε λέξεις (περιλαμβάνει νεότερες λέξεις, όρους κ.λπ.) και στηρίζεται στη μορφολογία τής σύγχρονης γλώσσας (οι λέξεις λ.χ. τής κατηγορίας -ις, πόλις τού Λεξικού τού Κουρμούλη, δίδονται κανονικά σε -η, πόλη, γεγονός που είναι σημαντικό για ένα αντίστροφο λεξικό), εντούτοις δεν έχει σχεδιαστεί με γλωσσολογικά κριτήρια και αλλοιώνει σε έναν βαθμό τις πληροφορίες που χρειάζεται ο χρήστης. ΄Ετσι λ.χ. τα λήμματα κατατάσσονται, εφόσον είναι ουσιαστικά, όχι μόνο στον ενικό αλλά και στον πληθυντικό τους, και εφόσον είναι επίθετα, και στα τρία γένη και στους δύο αριθμούς! Αυτή η «αρχή», αν ακολουθηθεί με συνέπεια, θα οδηγήσει να δοθούν και οι βασικοί χρόνοι των ρημάτων, πράγμα που (ορθώς) δεν συμβαίνει. Αλλά τότε γιατί να γίνει στα ονόματα; ΄Αλλη σημαντική αλλοίωση τής μορφολογικής εικόνας τού λεξιλογίου τής Ελληνικής είναι ότι κατατάσσονται από κοινού τονούμενα και άτονα! ΄Ετσι λ.χ. αντί να έχει συγκεντρωμένα κάπου τα ουσιαστικά σε -ιά (γενιά) και αλλού τα ουσιαστικά σε -ία (φιλία), τα έχει ανάμεικτα (το πετριά αμέσως μετά το γεωμετρία!) και μάλιστα μαζί με θηλ. επιθέτων σε -ια και -ιά (η υποδόρια, η εγχώρια – η κακιά, η παχιά) και ουδ. πληθυντικού σε -ια και -ιά (τα παιδιά – τα τζάκια, τα «βουβαλάκια», τα «παλουκάκια» κ.τ.ό)! ΄Ενα αντίστροφο λεξικό δεν μπορεί παρά να περιοριστεί μόνο στον τύπο τού λήμματος (όχι στους τύπους τής κλίσης του) και δεν μπορεί να αγνοήσει ουσιώδεις μορφολογικές παραμέτρους, όπως είναι ο τόνος (συγκέντρωση τονούμενων τύπων – συγκέντρωση άτονων τύπων), πράγμα που επιτρέπει να σχηματιστούν και να εξαρθούν λεξικογραφικώς μορφολογικά (και παραγωγικά) συστήματα λέξεων: να έχεις συγκεντρωμένες στο λεξικό όλες τις λέξεις σε -ία (φιλία, μανία, κακία κ.λπ.), όλες τις λέξεις σε -ιά (πετριά, μπουνιά, δαγκωνιά κ.λπ.), όλες τις λέξεις σε -εια (οικογένεια, ευπρέπεια, εσωστρέφεια κ.λπ.), σε -άκι, σε -ειδής κ.ο.κ., που είναι και ο σκοπός ενός αντίστροφου λεξικού.
Tο 2002 εκδόθηκε το Aντίστροφο Λεξικό τής Nέας Eλληνικής (AΛNE) τής καθηγήτριας γλωσσολογίας Άννας Aναστασιάδη-Συμεωνίδη (Θεσσαλονίκη: INΣ, Ίδρυμα Mανόλη Tριανταφυλλίδη). Περιλαμβάνει 180.000 λημματικούς τύπους έχοντας αντλήσει πλούσιο υλικό από τα παλαιότερα και νεότερα λεξικά, σώματα κειμένων και γλωσσικά αρχεία. H κωδικοποίηση των λημμάτων έγινε με τη γραμματική τους κατηγορία βάσει τής μεθοδολογίας που υιοθετήθηκε από το «Eργαστήριο Aυτοματισμού Tεκμηρίωσης και Γλωσσών» (LADL) τού Πανεπιστημίου Paris VII κατά την κατασκευή τού ηλεκτρονικού λεξικού τής Γαλλικής (DELAS) από τη B. Courtois και τον M. Silberztein. Στο λημματολόγιο καταχωρίζονται επίσης προθήματα / επιθήματα και α΄ και β΄ συνθετικά, π.χ. καθ-, -ερός, υδατ-, αλεξι-, -παιδο, -κόπος. Tο AΛNE αποτελεί πολύ χρήσιμο εργαλείο, συντεταγμένο με επιστημονική γνώση. Eνδεχόμενες αντιρρήσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν ως προς το γεγονός ότι συμπαρατίθενται λεξιλογικά στοιχεία τής Kοινής με άλλα από τη λογοτεχνική γλώσσα ή άλλες μορφές λόγου.

EΠIΛEΓOMENA
Στην παρούσα επισκόπηση τής νεοελληνικής λεξικογραφίας, των λεξικών δηλ. στα οποία κατεγράφησαν και αναλύθηκαν σημασιολογικά οι λέξεις τής (γραπτής και προφορικής) νεοελληνικής γλώσσας, σκοπός μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε αναλυτικά όλα τα λεξικά που γράφτηκαν για τη Nέα Eλληνική. Σταθήκαμε σε αυτά που, είτε παλιότερα είτε σε νεότερους χρόνους είτε και στις μέρες μας, κρίναμε ότι κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στη μακρά πορεία τής λεξικογραφικής αποτύπωσης τής νεοελληνικής γλώσσας. Και σταθήκαμε –με ορισμένες εξαιρέσεις140– στα ερμηνευτικά λεξικά, γιατί αυτά συνδέονται άμεσα με τον τύπο τού δικού μας λεξικού. ΄Ετσι, δεν μας απασχόλησαν τα λεξικά των ιδιωμάτων και διαλέκτων τής Νέας Ελληνικής ούτε τύποι λεξικών, όπως τα ορθογραφικά ή τα λεξικά ειδικής επιστημονικής ορολογίας, που όλο και πληθύνονται. Μερικά από αυτά θα τα βρει κανείς σε άλλες μελέτες141, ενώ για πολλά δεν έχουμε ακόμη την πλήρη βιβλιογραφική καταγραφή τους142.
Παρακολουθώντας κανείς την εξέλιξη στη λεξικογράφηση τής σύγχρονης γλώσσας μας, μετά ιδίως τη ρύθμιση τού 1976, μπορεί να είναι αισιόδοξος. Η λεξικογράφηση τής Ελληνικής όλο και βελτιώνεται, συμβαδίζοντας με την εξέλιξη που σημειώνεται στα μεγάλα λεξικά των ξένων γλωσσών, τα οποία διαθέτουν μακρά λεξικογραφική παράδοση. Παράλληλα, συνειδητοποιείται και στη χώρα μας ότι η λεξικογραφική εργασία απαιτεί ειδικές επιστημονικές γνώσεις πέρα από την «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ» προϋπόθεση, τη βαθύτερη δηλ. γνώση και επιστημονική ενασχόληση με την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα με τα σύγχρονα όσο και με τα παλαιότερα Ελληνικά μας, αφού η γλώσσα μας μέσα από τη μακρά και αδιάκοπη προφορική και γραπτή παράδοσή της έχει αποκτήσει ενιαίο χαρακτήρα.
Οι επιστημονικοί κλάδοι τής λεξικολογίας και λεξικογραφίας, που ανήκουν στον χώρο τής Γλωσσολογίας, έχουν εξελιχθεί αλματωδώς, έχει δε αποδειχθεί πλέον ότι η κατάκτηση τόσο τής μητρικής όσο και των ξένων γλωσσών περνάει μέσα από το λεξιλόγιο και τη σημασιολογική δομή κάθε γλώσσας. Χωρίς ένα καλό λεξικό –έγκυρο, πλήρες, εύχρηστο–, χωρίς ένα λεξικογραφικό vade mecum, δεν μπορεί να μιλάει κανείς σήμερα για υπεύθυνη και αποτελεσματική κατάρτιση στη μητρική γλώσσα. Η επικοινωνιακή έκρηξη που χαρακτηρίζει την εποχή μας και η ασύλληπτη σε ρυθμούς εξέλιξη των δεδομένων τής επιστήμης και τής τεχνολογίας καθιστούν σήμερα απαραίτητη τη γλωσσική, μέσω λεξικών, υποστήριξη των γνώσεών μας. Και μάλιστα με λεξικά που να υπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες τού ομιλητή μιας γλώσσας, λεξικά δηλ. που δεν χωρίζουν με στεγανά την πληροφορία λ.χ. που αφορά στο σημασιολογικό περιεχόμενο μιας λέξης από τη γραμματική χρήση της ή από τη χρήση ενός κυρίου ονόματος (τοπωνυμίου ή ανθρωπωνυμίου) ή και από την πληροφορία για ένα απλό ακρωνύμιο (π.χ. Α.Ε.Ι.). H ανάγκη για σύνθετη, συνολική και απαιτητική προσέγγιση των κειμένων μας, καθώς και των κειμένων των άλλων, η επαρκέστερη πρόσβαση στον «κόσμο των κειμένων» που συνιστά τη σύγχρονη κοινωνία και επι-κοινωνία, απαιτεί και σύνθετα στην υφή τους λεξικά. Χρειάζονται λεξικά με πολλών ειδών πληροφορίες, με έμφαση στην πραγματική χρήση τής γλώσσας, λεξικά που να οδηγούν τον αναγνώστη σε πιο αποτελεσματική αξιοποίηση τής γλώσσας μέσα από κατάλληλες επιλογές. ΄Ετσι λ.χ. τα παραδείγματα για το πώς χρησιμοποιούνται οι λέξεις, η παροχή πληροφοριών για τα συνώνυμα και τα αντώνυμα (αντίθετα) και η επισήμανση των σημασιολογικών διαφορών δεν μπορούν να λείπουν από ένα σύγχρονο λεξικό.
Tέλος, η σύγχρονη λεξικογραφία έχει πλέον εγκαταλείψει την αυτοπαρατηρησία τής γλωσσικής συμπεριφοράς τού λεξικογράφου και τη μνημονική ανάκληση ως κριτήρια σύνταξης τού λεξικού και μεταβαίνει στην αξιοποίηση τού πλούτου των χρήσεων και στην ασφάλεια που παρέχει εξ αντικειμένου η χρησιμοποίηση τραπεζών γλωσσικού υλικού (στο λεγόμενο «γλωσσικό corpus»). Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι ηλεκτρονικά (με ηλεκτρονικούς υπολογιστές) συγκροτημένες τράπεζες γλωσσικού υλικού έχουν ήδη βελτιώσει και μεταβάλει τις καθιερωμένες μεθόδους σύνταξης ενός λεξικού ως προς τα ερμηνεύματα και το ίδιο το λημματολόγιο. ΄Ηδη το παρόν Λεξικό έχει αξιοποιήσει το Corpus, το γλωσσικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί στο Λεξικογραφικό Αρχείο τού Σπουδαστηρίου Γλωσσολογίας τού Πανεπιστημίου Αθηνών από τον αείμνηστο καθηγητή Γ. Κουρμούλη, καθώς και υλικό από τον ηλεκτρονικό «Eθνικό Θησαυρό τής Eλληνικής Γλώσσας» τού Iνστιτούτου Eπεξεργασίας τού Λόγου (I.E.Λ.)· επίσης, κατά την πορεία σύνταξης τού Λεξικού, έχει αξιοποιηθεί πλήρως η σύγχρονη τεχνολογία των Η/Υ.
Σήμερα, με τη μακρά πορεία που έχει διανυθεί στη λεξικογράφηση τής ελληνικής γλώσσας, αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης, ανοίγονται προοπτικές και για την πραγματοποίηση τού οράματος τού Γ. Χατζιδάκι και πολλών Ελλήνων λογίων, τού οράματος να συνταχθεί ένα Λεξικό όλης τής ελληνικής γλώσσας. Με τις τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη ηλεκτρονική τεχνολογία και, κυρίως, με σωστή αξιοποίηση τού λεξικογραφικού μόχθου που μας κληροδότησαν όσοι εργάστηκαν ώστε να διαθέτουμε σήμερα έγκυρα λεξικά των κυριοτέρων περιόδων τής ιστορικής εξέλιξης τής ελληνικής γλώσσας, μπορεί σε ορατό μέλλον να συνταχθεί και το Λεξικό τής Ελληνικής Γλώσσας, που θα διαφέρει από τα επιμέρους λεξικά στον σύνθετο, πλήρη, διαχρονικό και, γι’ αυτό, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό χαρακτήρα των λημμάτων του, που θα δηλώνουν μέσα από τις λέξεις τη μακρά, πλούσια και περιπετειώδη ιστορία τής ελληνικής γλώσσας από τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες της έως σήμερα.

Γ.Mπ.

_____________________________________

137. Η σύγκριση γίνεται μέσω τού Αντιστρόφου Λεξικού τής Νέας Ελληνικής τού Γ. Κουρμούλη και τού Αντιστρόφου Λεξικού τής Αρχαίας Ελληνικής των P. Kretschmer - E. Locker (Rucklaufiges Worterbuch der griechischen Sprache, Wien 1944). Tο Αντίστροφο Λεξικό τής Aρχαίας προήλθε από αντίστροφη κατάταξη τού λεξιλογίου (λημμάτων) τού λεξικού των Liddell-Scott. Με προσθήκες τού G. Kisser το Αντίστροφο Λεξικό τής Aρχαίας Ελληνικής επανεκδόθηκε το 1963. Ας σημειωθεί ότι για τα ονόματα τής Aρχαίας Ελληνικής (ουσιαστικά και επίθετα) υπάρχει και ειδικό αντίστροφο λεξικό, το A Reverse Index of Greek Nouns and Adjectives των C.D. Buck και W. Petersen, Chicago 1945. Στο Λεξικό αυτό οι λέξεις είναι καταταγμένες κατά ληκτικά συστήματα (ονόματα σε -της, ονόματα σε -ος, ονόματα σε -ης κ.ο.κ.) και σε κάθε λέξη αναφέρεται και η αρχαιότερη παραδεδομένη μνεία της (π.χ. ότι πρωτοαπαντά στον ΄Ομηρο ή στον Ευριπίδη ή στον Πλούταρχο ή στην Κ. Διαθήκη κ.τ.ό.). Λόγω τής εξαιρετικής σημασίας τής Ελληνικής στις κλασικές σπουδές υπάρχουν τρία ακόμη αντίστροφα λεξικά: α) Αντίστροφο Λεξικό τής Μυκηναϊκής: M. Lejeune, Index inverse du grec mycenien, Paris 1964, β) Αντίστροφο Λεξικό τής Ελληνικής των παπύρων: O. Gradenwitz, Heidelberger Kontrarindex der griechischen Papyrus Urkunden, Heidelberg 1931, γ) Αντίστροφο Λεξικό των κυρίων ονομάτων: B. Hansen, Rucklaufiges Worterbuch der griechischen Eigennamen, Berlin 1957.

138. Γ. Κουρμούλη, \Aντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, σ. viii.

139. Γ. Κουρμούλη, \Aντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, σ. ix.

140. Κρίναμε σκόπιμο να αναφερθούμε, κατ’ εξαίρεσιν μόνο σε πολύ σημαντικά λεξικογραφικά έργα, όπως λ.χ. τα ετυμολογικά λεξικά τής Ν. Ελληνικής (Ανδριώτη κ.ά.), τα αντίστροφα λεξικά (Κουρμούλη κ.ά.), τα εννοιολογικά λεξικά (Βλαστού, Βοσταντζόγλου) κ.τ.ό.

141. Αναφέραμε ήδη (σημ. 6) τα δημοσιεύματα των Σ. Περάκη και Γ. Αλισανδράτου.

142. H προηγούμενη πρότασή μας (βλ. B΄ Έκδοση) ότι «Θα άξιζε να συνταχθεί μια πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία των λεξικών τής N. Eλληνικής κάθε λεξικογραφικού τύπου και περιεχομένου, από τής πρώτης εμφανίσεώς τους μέχρι σήμερα» υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας στη διαδικτυακή Πύλη για την Eλληνική Γλώσσα

(http://www.greek-language.gr/)

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Για τα «ρωμαίικα» (οφίτικη διάλεκτος)


Για τα «ρωμαίικα» (οφίτικη διάλεκτος): άλλο «αρχαία ελληνικά» και άλλο «επιβίωση αρχαϊκών στοιχείων»

Σχετικά με τα πρόσφατα δημοσιεύματα για τους Μουσουλμάνους Πόντιους στον ξένο και ελληνικό τύπο τα οποία και «αναμεταδώσαμε» από την Πύλη (http://www.greek-language.gr/greekLang/portal/blog/archive/2011/...) δεχτήκαμε τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις και αντιρρήσεις των κκ Αγγελικής Ράλλη, καθηγήτριας γλωσσολογίας και διευθύντριας του Εργαστηρίου Νεοελληνικών Διαλέκτων του Πανεπιστημίου Πατρών, και Ανθής Ρεβυθιάδου, επίκουρης καθηγήτριας γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τις οποίες και ευχαριστούμε θερμά.
Ασφαλώς ο τίτλος στα Νέα «Αρχαία ελληνικά στην Τουρκία» είναι καθαρά δημοσιογραφικός και πολύ απέχει από το «διάλεκτος κοντινή στα αρχαία ελληνικά» (δική μας διατύπωση, η αλήθεια υπερβολική) ή «διάλεκτος με εξαιρετικό αριθμό αρχαϊκών στοιχείων» (Mackridge 1999).
Οι επιστημονικές αντιρρήσεις για όσα δημοσιεύονται στη συνέντευξη της κας Σιταρίδου στην Independent επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην παρουσία του απαρεμφάτου στην εν λόγω διάλεκτο. Η κα Ρεβυθιάδου σημειώνει: «Έχει δημοσιευθεί κάτι από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας στο οποίο να καταδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ύπαρξη των συγκεκριμένων απαρεμφατικών δομών είναι επαρκές κριτήριο για την αναγόρευση των Ρωμαίικων ως του πλησιέστερου συγγενή της Αρχ. Ελληνικής; … κανένας από τους παλαιότερους μελετητές (π.χ. Δεφνερ 1877, Deffner 1878, 1880, Dawkins 1914, Mackridge 1987, 1995, 1999, Αsan 1998, Ρεβυθιάδου & Σπυρόπουλος 2009) δεν κατέληξε σε αντίστοιχο συμπέρασμα. … Απαρεμφατικούς τύπους έχουν και τα Grico, γιατί δε βγήκε κανείς να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο;»
Τη σχετική βιβλιογραφία (παλαιότερη) μπορείτε να βρείτε και στο άρθρο του P. Mackridge στο οποίο έχουμε ήδη παραπέμψει (http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/studies/dial...).
Για νεότερα δεδομένα, μπορείτε να συμβουλευτείτε το λεξικό του Asan (Asan, Ömer. 1998. Ο Πολιτισμός του Πόντου. Μετάφραση Α. Φωτοπούλου, γενική επιμέλεια και μετάφραση λεξικού και σημειώσεων γραμματικής Σ. Ιωαννίδου & Χ. Παπαδοπούλου. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη) [Πρωτότυπο Asan, Ömer. 1996. Pontus Kültürü. Mayıs] και τη μονογραφία των Ρεβυθιάδου & Σπυρόπουλου «Οφίτικη Ποντιακή: Έρευνα γλωσσικής καταγραφής με έμφαση στη διαχρονία και συγχρονία της διαλέκτου (Μονογραφία (Μελέτες 2009), Κοινωφελές Ίδρυμα Ι. Σ. Λάτση, 2009, στο http://www.latsis-foundation.org/files/Meletes2009/11.report.pdf).
Η κα Ράλλη, εξάλλου, σε επιστολή της προς τους Διευθυντές των εφημερίδων που αναδημοσίευσαν τη συνέντευξη της κας Σιταρίδου επισημαίνει: «Τα Ρωμαίικα ανήκουν στις νεοελληνικές διαλέκτους, όπως άλλωστε και τα Ποντιακά της Ελλάδας. Δεν είναι Αρχαία Ελληνικά. Η απευθείας σύνδεση της σημερινής γλωσσικής κατάστασης των Ρωμαίικων με την αρχαιότητα, χωρίς να λαμβάνεται υπ’όψιν η υπερδισχιλιετής ενδιάμεση γλωσσική ιστορία, δεν ωφελεί αλλά βλάπτει την ελληνική γλώσσα και την αντίληψη που έχουν για αυτήν Έλληνες και ξένοι.» Βλ. αναλυτικά, συνημμένο αρχείο.
Μακριά από εμάς (τους δημιουργούς και όσους συντηρούν τον δικτυακό τόπο της Πύλης) απόψεις που αναπαράγουν ή συντηρούν α-ιστορικές απόψεις περί γλώσσας και γλωσσικής συνέχειας. Βέβαια, η ενότητα "Τύπος" στην "Ενημέρωση" αφήνει κάποια περιθώρια και για την αναμετάδοση μη επιστημονικών- ή όχι άκρως τεκμηριωμένων- θέσεων, οι οποίες δεν σχολιάζονται πάντα, αλλά αφήνονται στην κρίση του χρήστη-αναγνώστη. Και αυτό γιατί επιδίωξή μας είναι να αποτελεί η Πύλη πεδίο διαλόγου και όχι χώρο κλειστού περιεχομένου, ποτέ όμως σε βάρος της επιστημονικής εγκυρότητας.
Σχετικά, λοιπόν, με το συγκεκριμένο θέμα ανοίγουμε τον διάλογο και περιμένουμε τις συμβολές όλων όσοι ασχολούνται συστηματικά με τις νεοελληνικές διαλέκτους. Η ύπαρξη στην Πύλη ολόκληρης σχετικής θεματικής ενότητας επιβεβαιώνει τη σημασία που αποδίδουμε σε αυτή τη διάσταση ποικιλότητας της ελληνικής γλώσσας.
Ασφαλώς ο τίτλος στην εφημ. Τα Νέα «Αρχαία ελληνικά στην Τουρκία» είναι καθαρά δημοσιογραφικός και πολύ απέχει από το «διάλεκτος κοντινή στα αρχαία ελληνικά» (δική μας διατύπωση, η αλήθεια υπερβολική) ή «διάλεκτος με εξαιρετικό αριθμό αρχαϊκών στοιχείων» (Mackridge 1999).
Οι επιστημονικές αντιρρήσεις για όσα δημοσιεύονται στη συνέντευξη της κας Σιταρίδου στην Independent επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην παρουσία του απαρεμφάτου στην εν λόγω διάλεκτο. Η κα Ρεβυθιάδου σημειώνει: «Έχει δημοσιευθεί κάτι από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας στο οποίο να καταδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ύπαρξη των συγκεκριμένων απαρεμφατικών δομών είναι επαρκές κριτήριο για την αναγόρευση των Ρωμαίικων ως του πλησιέστερου συγγενή της Αρχ. Ελληνικής; … κανένας από τους παλαιότερους μελετητές (π.χ. Δεφνερ 1877, Deffner 1878, 1880, Dawkins 1914, Mackridge 1987, 1995, 1999, Αsan 1998, Ρεβυθιάδου & Σπυρόπουλος 2009) δεν κατέληξε σε αντίστοιχο συμπέρασμα. … Απαρεμφατικούς τύπους έχουν και τα Grico, γιατί δε βγήκε κανείς να ισχυριστεί κάτι αντίστοιχο;»
Τη σχετική βιβλιογραφία (παλαιότερη) μπορείτε να βρείτε και στο άρθρο του P. Mackridge στο οποίο έχουμε ήδη παραπέμψει (http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/studies/dial)
Για νεότερα δεδομένα, μπορείτε να συμβουλευτείτε το λεξικό του Asan (Asan, Ömer. 1998. Ο Πολιτισμός του Πόντου. Μετάφραση Α. Φωτοπούλου, γενική επιμέλεια και μετάφραση λεξικού και σημειώσεων γραμματικής Σ. Ιωαννίδου & Χ. Παπαδοπούλου. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη) [Πρωτότυπο Asan, Ömer. 1996. Pontus Kültürü. Mayıs] και τη μονογραφία των Ρεβυθιάδου & Σπυρόπουλου «Οφίτικη Ποντιακή: Έρευνα γλωσσικής καταγραφής με έμφαση στη διαχρονία και συγχρονία της διαλέκτου (Μονογραφία (Μελέτες 2009), Κοινωφελές Ίδρυμα Ι. Σ. Λάτση, 2009, στο http://www.latsis-foundation.org/files/Meletes2009/11.report.pdf).
Η κα Ράλλη, εξάλλου, σε επιστολή της προς τους Διευθυντές των εφημερίδων που αναδημοσίευσαν τη συνέντευξη της κας Σιταρίδου επισημαίνει: «Τα Ρωμαίικα ανήκουν στις νεοελληνικές διαλέκτους, όπως άλλωστε και τα Ποντιακά της Ελλάδας. Δεν είναι Αρχαία Ελληνικά. Η απευθείας σύνδεση της σημερινής γλωσσικής κατάστασης των Ρωμαίικων με την αρχαιότητα, χωρίς να λαμβάνεται υπ’όψιν η υπερδισχιλιετής ενδιάμεση γλωσσική ιστορία, δεν ωφελεί αλλά βλάπτει την ελληνική γλώσσα και την αντίληψη που έχουν για αυτήν Έλληνες και ξένοι.» Βλ. αναλυτικά, συνημμένο αρχείο.
Μακριά από εμάς (τους δημιουργούς και όσους συντηρούν τον δικτυακό τόπο της Πύλης) απόψεις που αναπαράγουν ή συντηρούν α-ιστορικές απόψεις περί γλώσσας και γλωσσικής συνέχειας. Βέβαια, η ενότητα "Τύπος" στην "Ενημέρωση" αφήνει κάποια περιθώρια και για την αναμετάδοση μη επιστημονικών- ή όχι άκρως τεκμηριωμένων- θέσεων, οι οποίες δεν σχολιάζονται πάντα, αλλά αφήνονται στην κρίση του χρήστη-αναγνώστη. Και αυτό γιατί επιδίωξή μας είναι να αποτελεί η Πύλη πεδίο διαλόγου και όχι χώρο κλειστού περιεχομένου, ποτέ όμως σε βάρος της επιστημονικής εγκυρότητας.
Σχετικά, λοιπόν, με το συγκεκριμένο θέμα ανοίγουμε τον διάλογο και περιμένουμε τις συμβολές όλων όσοι ασχολούνται συστηματικά με τις νεοελληνικές διαλέκτους. Η ύπαρξη στην Πύλη ολόκληρης σχετικής θεματικής ενότητας επιβεβαιώνει τη σημασία που αποδίδουμε σε αυτή τη διάσταση ποικιλότητας της ελληνικής γλώσσας.

Η επιστολή της κας Ράλλη
Αγγελική Ράλλη, Καθηγήτρια Γλωσσολογίας
Διευθύντρια Εργαστηρίου Νεοελληνικών Διαλέκτων
Τμήμα Φιλολογίας
Πανεπιστήμιο Πατρών ralli@upatras.gr
Πάτρα, 14/1/2011

Θέμα: Ρωμαίικα

Kύριε Διευθυντά,
Είναι θαυμάσιο ότι αποφάσισαν επιτέλους τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να ασχοληθούν με το θέμα των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιαίτερα με αυτές που ομιλούνταν (και εντοπίζονται ακόμα) στην Τουρκία, οι οποίες τείνουν δυστυχώς να εξαφανιστούν. Κίνητρο ήταν μια συνέντευξη που έδωσε η ελληνίδα γλωσσολόγος Ιωάννα Σιταρίδου στη βρετανική εφημερίδα Independent, με αφορμή την ενασχόλησή της με τα Ποντιακά της περιοχής του Όφι, τα επονομαζόμενα «Ρωμαίικα». Πράγματι, είναι ιδιαίτερα σημαντικό μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπως είναι το Cambridge, να χρηματοδοτούν τέτοιου είδους έρευνες.
Στα διάφορα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών υπάρχουν όμως και ανακρίβειες, που για την επιστημονική τάξη των πραγμάτων καλό είναι να επισημανθούν. Διαφορετικά, το ευρύ κοινό μένει με εσφαλμένες εντυπώσεις για ένα θέμα που αφορά την πολύπαθη ελληνική γλωσσική κληρονομιά.
1. Η ύπαρξη της Ρωμαίικης διαλέκτου, και της ποντιακής καταγωγής εθνότητας που την ομιλεί στην περιοχή του Όφι, είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Δεν πρόκειται για τωρινή ανακάλυψη. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο του Asan Ömer Ο Πολιτισμός του Πόντου (Μετάφραση Αγγέλα Φωτοπούλου, γενική επιμέλεια και μετάφραση λεξικού και σημειώσεων γραμματικής Σοφία Ιωαννίδου και Χρυσούλα Παπαδοπούλου. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη 1998 [Πρωτότυπο Asan Ömer Pontus Kültürü. Mayıs 1996]).
2. Η Ρωμαίικη είναι μια τοπική παραλλαγή της Ποντιακής. Έχει ήδη μελετηθεί (και μελετάται ακόμα, βλ. Έρευνα Ρεβυθιάδου & Σπυρόπουλου, Ιστοσελίδα Ιδρύματος Λάτση) με βάση τη γλώσσα των χριστιανικών πληθυσμών που έφυγαν από τη συγκεκριμένη περιοχή και εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Μακεδονίας. Ο λόγος για τον οποίο δεν έχει επαρκώς προσεγγισθεί και με βάση τη γλώσσα των μουσουλμάνων ελληνοφώνων που παρέμειναν στον Όφι δεν ήταν η άγνοια της υπάρξεώς τους, αλλά η αρνητική και απαγορευτική στάση της Τουρκίας απέναντι σε «εθνικά»/«γλωσσικά» θέματα συνδεδεμένα με την Ελλάδα. Οι λίγες διαφορές που παρουσιάζει η επιτόπια Οφίτικη Ποντιακή των μουσουλμάνων από αυτήν που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα οφείλονται κυρίως στη μακροχρόνια και εντονότερη επαφή των τελευταίων με την τουρκική γλώσσα.
3. Τα Ρωμαίικα ανήκουν στις νεοελληνικές διαλέκτους, όπως άλλωστε και τα Ποντιακά της Ελλάδας. Δεν είναι Αρχαία Ελληνικά. Η απευθείας σύνδεση της σημερινής γλωσσικής κατάστασης των Ρωμαίικων με την αρχαιότητα, χωρίς να λαμβάνεται υπ’όψιν η υπερδισχιλιετής ενδιάμεση γλωσσική ιστορία, δεν ωφελεί αλλά βλάπτει την ελληνική γλώσσα και την αντίληψη που έχουν για αυτήν Έλληνες και ξένοι.
4. Είναι αποδεδειγμένο ότι όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι ανάγονται στην Ελληνιστική Κοινή, με μόνη εξαίρεση τα Τσακώνικα, για τα οποία υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αποτελούν εξέλιξη της Δωρικής διαλέκτου της Λακωνίας (βλ. Ν. Κοντοσόπουλος: Διάλεκτοι και Ιδιώματα της Νέας Ελληνικής. Αθήνα: Γρηγόρης 2001).
5. Στοιχεία και δομές της Αρχαίας Ελληνικής, που δεν απαντούν στην Κοινή Νεοελληνική, υπάρχουν στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους, σε άλλες λιγότερο και σε άλλες περισσότερο. Σε σχέση με το απαρέμφατο, είναι γνωστό ότι όχι μόνον η Ποντιακή αλλά και οι ελληνικές διάλεκτοι της Κάτω Ιταλίας διασώζουν την τελευταία φάση της ύπαρξής του. Το απαρέμφατο δεν εξαφανίστηκε «απότομα» μαζί με την Αρχαία Ελληνική, αλλά σταδιακά, και ορισμένες συντάξεις του διατηρούνταν μέχρι και τη Μεσαιωνική περίοδο. Την τελευταία αυτή φάση (περίπου γύρω στον 15ο αι.) διασώζουν οι πλέον περιφερειακές διάλεκτοι της Ελληνικής, Ποντιακή και Κατωιταλική, καθώς είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία για ιστορικούς λόγους αποκόπηκαν οριστικά από τις γλωσσικές εξελίξεις του κυρίως κορμού της ελληνικής γλώσσας. Εξάλλου, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, ακόμα και η Κοινή Νέα Ελληνική διασώζει απομεινάρια του απαρεμφάτου: οι ρηματικοί τύποι που συνοδεύουν το βοηθητικό ρήμα στο σχηματισμό του παρακειμένου και του υπερσυντελίκου (π.χ. έχω λύσει, είχα λύσει) είναι εξελίξεις του απαρεμφάτου, αλλά και κοινές λέξεις, όπως το φαΐ, το φιλί, αποτελούν «απολιθωμένα» απαρέμφατα (από τα αρχαία φιλεῖν, φαγεῖν).
6. Οι απαρεμφατικές δομές στα Ρωμαίικα είναι γνωστές στους επιστήμονες από το τέλος του 19ου αιώνα και αναφέρονται ήδη στα έργα των Μ. Deffner («Die Infinitive in den pontischen Dialekten und die zusammengesetzten Zeiten im Neugriechischen». Monatsberichte den Königlich Preussischen Akademie de Wissenschaften zu Berlin. Aus dem Jahre 1877, 191-230. Berlin) και Ι. Παρχαρίδη (Γραμματική της Διαλέκτου Τραπεζούντος: Περί Επιθέτων, Αντωνυμιών και Βαρυτόνων Ρημάτων. Χειρόγραφο 335. Κέντρο Ερεύνης Ελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, Ακαδημία Αθηνών, 1880).
Καλό θα ήταν ο εκάστοτε δημοσιογράφος να ελέγχει τις πληροφορίες που μεταδίδει πριν δημοσιεύσει ένα άρθρο επιστημονικού ενδιαφέροντος, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρώτη προσέγγιση του θέματος υπήρξε στη βρετανική εφημερίδα Ιndependent. Είναι φαιδρό να δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για ανακάλυψη ενός λαού που ομιλεί μια γλώσσα πολύ κοντά στα Αρχαία Ελληνικά. Είναι επίσης αντιδεοντολογικό να μην αναφέρονται μελετητές που ασχολούνται με τους Μουσουλμάνους Πόντιους και τη γλώσσα τους τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αναφέρω τον τ. καθηγητή του Πανεπιστημίου της Oξφόρδης Peter Mackridge, του οποίου το δημοσιευμένο έργο αναφορικά με τα Ρωμαίικα χρονολογείται από το 1987 («Greek Speaking Moslems of North-East Turkey: Prolegomena to a Study of the Ophitic Sub-dialect of Pontic». Byzantine and Modern Greek Studies 11: 115-137). Όσο για την ιστορία του απαρεμφάτου, έχει μελετηθεί διεξοδικά τις τελευταίες δεκαετίες, και μάλιστα με χρήση δεδομένων της Ποντιακής διαλέκτου, από τους B. Joseph (Morphology and Universals in Syntactic Change: Evidence from Medieval and Modern Greek. Garland Publishers 1978) και Ρ. Mackridge («The Medieval Greek Infinitive in the Light of Dialectal Evidence», στο Studies in Honour of Robert Browning, επιμ. Κ. Konstantinides. Βενετία 1997).

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Αγγελική Ράλλη

Καθηγήτρια Γλωσσολογίας



Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Ελληνική γλώσσα και γραφή

Αρχαιοελληνική επιγραφή γραμμένη βουστροφηδόν

Αρχαιοελληνική επιγραφή νεώτερης περιόδου, όταν έχει πλέον καθιερωθεί η φορά της γραφής από τα αριστερά προς τα δεξιά

Γραφή και ελληνική γλώσσα
Άννα Μίσσιου (2007)

Η γραφή πρωτοεμφανίστηκε στη Μεσοποταμία[1] (σημερινό Ιράκ) γύρω στα μέσα της τέταρτης π.X. χιλιετίας. Περίπου την ίδια εποχή εμφανίστηκε και στην Αίγυπτο. Στον χώρο του Αιγαίου την εμφάνισή της θα πρωτοκάνει στην Kρήτη: πρόκειται για την κρητική ιερογλυφική γραφή, με μεγάλο αριθμό εικονογραμμάτων/ιδεογραμμάτων και 90 περίπου σημεία συλλαβικού χαρακτήρα. Γύρω στα 1800, στην υπηρεσία του σύνθετου διοικητικού μηχανισμού των μινωικών ανακτόρων έκανε την εμφάνισή της ένα διαφορετικό σύστημα γραφής, που μοιάζει να είναι συλλαβικό. Με τη λεγόμενη γραμμική A καταγράφηκε η ντόπια γλώσσα της Κρήτης που παραμένει ακόμα άγνωστη, μια και δεν έχει ολοκληρωθεί η αποκρυπτογράφηση της γραφής. Tα παλαιότερα δείγματα προέρχονται από τα ανάκτορα της Φαιστού, ενώ ευρήματα από όλα τα κέντρα του μινωικού πολιτισμού δείχνουν πως η γραφή χρησιμοποιήθηκε ως το 1400. Πιο νωρίς, γύρω στα 2000 π.X., στη νοτιότερη άκρη της Βαλκανικής Χερσονήσου είχαν φτάσει τα πρώτα ελληνόφωνα φύλα από τον βορρά. Πέρασαν όμως αρκετοί αιώνες πριν η ελληνική γλώσσα καταγραφεί για πρώτη φορά. Aυτό έγινε γύρω στα μέσα της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας με ένα σύστημα συλλαβικής γραφής, που ονομάστηκε από τους σύγχρονους μελετητές γραμμική B. Bασιζόταν στη μινωική γραμμική A. Είχε 90 συλλαβογράμματα και άλλα 90 ιδεογράμματα, καθώς και σημεία που δήλωναν αριθμούς Όπως και στον πολιτισμό των μινωικών, το ίδιο και στον πολιτισμό των μυκηναϊκών ανακτόρων, οι ανάγκες της εξουσίας απαιτούσαν τη χωρίς αλλοιώσεις μετάδοση πληροφοριών πέρα από τον τόπο και τον χρόνο της παραγωγής τους. Επιγραφές με γραμμική B βρέθηκαν σε πήλινα αγγεία και πινακίδες κατά τις ανασκαφές των Μυκηνών και της Τίρυνθας, της Κνωσού, της Θήβας, της Ασίνης και της Πύλου. Για πολλά χρόνια, ωστόσο, το περιεχόμενό τους παρέμεινε άγνωστο, μέχρι που το σύστημα γραφής αποκρυπτογράφησε το 1952 ο άγγλος αρχιτέκτονας M. Ventris σε συνεργασία με τον επιφανή γλωσσολόγο ελληνιστή J. Chadwick. Εικάζουμε ότι πολλοί λίγοι άνθρωποι ήξεραν να διαβάζουν το σύστημα αυτό και ότι ακόμα λιγότεροι ήξεραν να το γράφουν. Ήταν ένα σύστημα που όφειλε την ύπαρξή του στις λογιστικές ανάγκες του διοικητικού μηχανισμού των μυκηναϊκών ανακτόρων.
Με την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων, γύρω στο 1200 π.X., εξέλιπαν οι ανάγκες που είχε το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης για χρήση γραφής. Πράγματι στον ελλαδικό χώρο δεν εμφανίστηκαν γραπτά μνημεία για πολλούς αιώνες μετά την κατάλυση του μυκηναϊκού πολιτισμού. Στα ομηρικά έπη, που αποτελούν πρωταρχικής σημασίας πηγή για τους λεγόμενους Σκοτεινούς Aιώνες (12ος-9ος αι. π.X.), οι ήρωες παρουσιάζονται σαν να ζουν σε κοινωνία χωρίς γραφή. Mόλις γύρω στα 800 π.X., όταν οι υποτυπωδώς οργανωμένες κοινότητες με τους τοπικούς άρχοντες-βασιλείς των Σκοτεινών Αιώνων αντικαταστάθηκαν από τις ελληνικές πόλεις, τότε υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα γραφής, το λεγόμενο αλφαβητικό (Μαρία Καραλή: Γλώσσα και Γραφή), που είναι εντελώς διαφορετικό από τη γραμμική B.
Στη γραμμική B κάθε γράφημα από τα ενενήντα συλλαβογράμματα απέδιδε μια προφερόμενη συλλαβή. Aν και η γραμμική B είχε σήματα για τα απλά φωνήεντα, κυρίως όταν αυτά ήταν στην αρχή της λέξης, η νέα γραφή, που βασιζόταν στην αρχή «ένας ήχος ένα γράμμα», αγνόησε ολότελα τα παλιά σύμβολα της γραμμικής B. Oι Έλληνες υιοθέτησαν τα γραπτά σύμβολα και τα ονόματά τους από το βορειοσημιτικό σύστημα γραφής[2], αλλά τα τροποποίησαν για την αποτελεσματικότερη καταγραφή της δικής τους γλώσσας. Tο βορειοσημιτικό αλφάβητο, βασισμένο στην αρχή «ένας ήχος ένα γράμμα», αποτελούνταν από γράμματα που δήλωναν μόνο τα σύμφωνα. H ικανοποιητική καταγραφή της ελληνικής που θα επέτρεπε την απρόσκοπτη κατανόηση της πληροφορίας απαιτούσε τη χρήση γραπτών συμβόλων για να δηλώνονται τα φωνήεντα που μεταβάλλονταν είτε στη μέση των λέξεων είτε στις καταλήξεις τους. Για την καταγραφή φωνηέντων, λοιπόν, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν γράμματα που στο βορειοσημιτικό αλφάβητο δήλωναν σύμφωνα ή ημίφωνα: συγκεκριμένα δανείστηκαν σημιτικά σύμβολα για τα φωνήεντα α, ε, ι και ο, ενώ τα φωνήεντα υ και ω ήταν ελληνικής επινόησης. Tο πλήρες ελληνικό αλφάβητο είχε αρχικά 26 ή 27 γράμματα. Kαμιά πόλη, ωστόσο, δεν φαίνεται να τα χρησιμοποίησε όλα. Kάθε πόλη χρησιμοποίησε όσα γράμματα της χρειάζονταν ανάλογα με τις διαλεκτολογικές ανάγκες. Aπό τα γράμματα του αλφάβητου μόνο πέντε επινοήθηκαν εξ ολοκλήρου από τους Έλληνες: τα δύο φωνήεντα υ και ω και τα σύμφωνα φ, χ και ψ. Tα άλλα 22 -και οι χαρακτήρες και τα ονόματά τους- προέρχονται από το βορειοσημιτικό σύστημα γραφής (σε αυτά συμπεριλαμβάνεται και το δίγαμμα). Aς σημειωθεί ότι γύρω στα 800 π.X. στην Kύπρο η ελληνική κυπριακή διάλεκτος καταγράφηκε με συλλαβικό σύστημα, το λεγόμενο κυπριακό συλλαβάριο[3], που με τα 55 συλλαβογράμματά του αποτελεί ένα βελτιωμένο συλλαβικό σύστημα γραφής, που αποδίδει ακριβέστερα τη γλώσσα απ' ό,τι η γραμμική B.
Λέμε ότι το ελληνικό αλφάβητο βασίστηκε στο φοινικικό[4] χωρίς, ωστόσο, να είμαστε βέβαιοι αν το πρώτο αλφάβητο πρωτοεμφανίστηκε στη Φοινίκη. Πράγματι, μακρόχρονη είναι η συζήτηση για το πότε και πού επινοήθηκε το αλφάβητο. Άλλοι μελετητές δέχονται ότι η πρώτη αλφαβητική γραφή χρησιμοποιήθηκε στην Aίγυπτο, συγκεκριμένα στη χερσόνησο του Σινά, την τρίτη χιλιετία, και άλλοι στη Συρία και την Παλαιστίνη στη διάρκεια του πρώτου ή δεύτερου μισού της δεύτερης χιλιετίας. Eπικράτησε η άποψη ότι οι Έλληνες υιοθέτησαν τη φοινικική αλφαβητική γραφή για τους εξής λόγους: σχεδόν όλες οι πρώτες, αν και λιγοστές, επιγραφές με «παγιωμένο» -πλήρως αναπτυγμένο συμφωνικό αλφάβητο- (10ος αι. π.X.) ανήκουν στη φοινικική γλώσσα και συνήθως προέρχονται από τη Φοινίκη, δηλ. τον σημερινό Λίβανο. Αρχαιολογικές μαρτυρίες, που έχουν πληθύνει τα τελευταία χρόνια, πιστοποιούν τις έντονες σχέσεις των Ελλήνων με τον νέο λαό εμπόρων, τους Φοίνικες, που από το 1100 είχαν μονοπωλήσει τη Μεσόγειο, ανατολική και δυτική. H αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως εγκαταστάσεις Ελλήνων στην Aλ Mίνα της Συρίας, στις εκβολές του Ορόντη ποταμού, ενώ φοινικικές επιγραφές τεκμηριώνουν την παρουσία Φοινίκων στην περιοχή του Αιγαίου, ιδιαίτερα στην Κρήτη και την Ερέτρια. Αλλά και γραπτές πηγές ενισχύουν αυτή την εικόνα. Όπως έχει παρατηρηθεί, στα ομηρικά έπη οι Φοίνικες εμφανίζονται ως εξαιρετικοί χαλκουργοί, ναυτικοί αλλά και ως απαγωγείς και κλέφτες. Αυτή η θετική και αρνητική εικόνα που δηλώνει θαυμασμό και φόβο, αντανακλά μάλλον τον ανταγωνισμό που γνώρισαν οι Έλληνες στην εξάπλωσή τους στη Μεσόγειο. O Ηρόδοτος (περ. 484-420 π.X.), που μας δίνει κάποιες πληροφορίες για τον αποικισμό των Φοινίκων στην Eλλάδα (πρβ. 2.44 και 6.47.1), συγκαταλέγει και τη γραφή ανάμεσα στα πολλά καινούργια πράγματα που οι Φοίνικες δίδαξαν στους Έλληνες, μάλιστα γράφει ότι τα γράμματα ονομάστηκαν φοινικήια, κάτι που το βρίσκουμε και σε επιγραφή των μέσων του 5ου π.X. αιώνα από την Tέω της Iωνίας (M. Aσία). Tο περιεχόμενο των πρώτων επιγραφών δεν υποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες ένιωσαν την ανάγκη να χρησιμοποιήσουν γραφή. Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι πράγματι φοινικική ήταν η προέλευση του αλφάβητου, είναι εύλογο να υποθέτουμε ότι οι Έλληνες δανείστηκαν το σύστημα γραφής για λόγους σχετικούς με το εμπόριο, μια και οι σχέσεις που είχαν με τους Φοίνικες ήταν κυρίως εμπορικές.
H επινόηση του αλφάβητου έχει θεωρηθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της αρχαιότητας. H απλότητα του αλφάβητου έχει θεωρηθεί ως κύριος παράγοντας για τη διάδοση της γνώσης, την ανάπτυξη της λογικής σκέψης και της εγγραμματοσύνης. Aυτοί όμως οι ισχυρισμοί δεν λαμβάνουν υπόψη την ιστορία άλλων λαών. Aξίζει να αναφερθεί ότι στην αρχαιότητα η μεγαλύτερη πρόοδος στην αστρονομία και στα μαθηματικά έγινε στη Bαβυλώνα, όπου χρησιμοποιούσαν συλλαβογράμματη γραφή. Ούτε θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι κάτοικοι της Συρίας και της Παλαιστίνης που χρησιμοποίησαν αλφαβητική γραφή ήταν πιο λογικοί από τους κατοίκους της Mεσοποταμίας που χρησιμοποίησαν είτε γραφή με ιδεογράμματα είτε συλλαβική γραφή. Eπίσης, η γραφή στην αρχαία Aνατολή, είτε ήταν αλφαβητική (αρχαία περσική[5]) είτε με ιδεογράμματα και συλλαβική (ακκαδική[6]), ήταν κτήμα της επαγγελματικής τάξης των γραφέων, ενώ τα ποσοστά εγγραμματοσύνης του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλά. Aς θυμόμαστε, επίσης, ότι γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα στο κατώφλι της βιομηχανικής επανάστασης, τρεις αιώνες μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας, 90% του παγκόσμιου πληθυσμού όχι μόνο ήταν αγράμματο, ούτε καν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε γραφή.
Παρά ταύτα, πρέπει να τονιστεί ότι η επινόηση του αλφάβητου ήταν σημαντική. Kαθώς ήταν απλό και όλοι μπορούσαν να το μάθουν, η διάδοσή του έγινε γρήγορα. Oι πρώτες επιγραφές χρονολογούνται πριν από το 700 και προέρχονται από καμιά δωδεκαριά πόλεις, εμφανώς πολύ περισσότερες από τις πόλεις με γραμμική B. Παρά τη γρήγορη διάδοση της αλφαβητικής γραφής σε πολλές ελληνικές πόλεις, στα περισσότερα μέρη δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται υψηλό ποσοστό γραμματισμού. Aς δούμε τη Σπάρτη, για παράδειγμα, που υπήρξε από τη μια η πιο ισχυρή ελληνική πόλη κατά την αρχαϊκή περίοδο και από την άλλη η μοναδική ελληνική πόλη με δημόσια εκπαίδευση και κατά τον 5ο και 4ο αιώνα. Παρά το γεγονός ότι οι γιοι των πολιτών στις «τάξεις ηλικίας» μάθαιναν και γραφή και ανάγνωση, οι Σπαρτιάτες δεν διακρίθηκαν στα κλασικά χρόνια για εξαιρετικές επιδόσεις στη λογοτεχνία ή στη φιλοσοφία, και στο πολιτικό επίπεδο δεν προχώρησαν πέρα από τις κατακτήσεις του 7ου αιώνα. Eξάλλου, η Kρήτη είναι ένα ακόμα παράδειγμα κοινωνίας που παρά την πρόοδο στη χρήση της γραφής στον δημόσιο τομέα - πριν από τον λεγόμενο «κώδικα της Γόρτυνας»[7], από τα μέσα του 5ου αιώνα, είχαν προηγηθεί και άλλες δημοσιοποιήσεις νόμων- δεν παρουσιάζει ούτε στοιχεία δημοκρατικού πολιτεύματος ούτε υψηλό ποσοστό εγγραμματοσύνης.
Aντίθετα, στην Aθήνα χάρη στο πολιτικό σύστημα της άμεσης δημοκρατίας δημιουργήθηκαν συνθήκες για μαζική εγγραμματοσύνη κατά τον 5ο και 4ο π.X. αιώνα. H συμμετοχή στην κυβέρνηση της πόλης -δηλ. στην Eκκλησία του Δήμου και στη Bουλή των Πεντακοσίων- ήταν δυνατή. ακόμα και για τα μέλη της κατώτερης κοινωνικής τάξης των πολιτών, τους θήτες. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου δημόσιες αποφάσεις που αφορούσαν την εσωτερική ζωή, είτε πολιτικού είτε πολιτισμικού χαρακτήρα, καθώς και την εξωτερική πολιτική της πόλης, δημοσιοποιούνταν. O μεγαλύτερος αριθμός επιγραφών που έχουμε στο Corpus Inscriptionum Graecarum είναι επιγραφές από την Aθήνα και την Aττική.
O μεγάλος αριθμός των αθηναϊκών επιγραφών έχει συσχετιστεί με την έννοια της διαφάνειας που θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας και σύμφωνα με τη σύγχρονη πολιτική θεωρία αλλά και σύμφωνα με τα κείμενα των αρχαίων. Για παράδειγμα, στις Iκέτιδες του Eυριπίδη ο Θησέας λέει ότι οι γραπτοί νόμοι είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, ενώ ο τύραννος κρατάει τους νόμους μόνο για τον εαυτό του. Tο σημαντικότερο, υπεύθυνοι για τη σύνταξη και τη δημοσιοποίηση των κειμένων αυτών ήταν απλοί πολίτες, που αποκτούσαν επαρκή γνώση γραφής και ανάγνωσης μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας ή παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα. Eν ολίγοις, θα λέγαμε ότι δεν είναι η απλότητα ενός συστήματος γραφής αλλά οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που καθορίζουν ποιος μπορεί να μάθει να γράφει και να διαβάζει, και σε ποιο βαθμό.
Στα μέσα του 8ου αιώνα π.X. χρονολογούνται οι πρώτες ελληνικές αλφαβητικές επιγραφές που προέρχονται είτε από την ελλαδική χερσόνησο, όπως η παλιότερη επιγραφή, έμμετρη, σε υστερογεωμετρική οινοχόη από το Δίπυλο της Aθήνας (περ. 740 π.X.), είτε από τα νησιά του Aιγαίου, όπως η επιγραφή σε ροδιακό σκύφο (περ. 720 π.X.) ή η επιγραφή σε μεγάλο πίθο από τη Φαιστό της Kρήτης (πριν από το 700 π.X.). Επίσης, από τις Πιθηκούσες της Kάτω Iταλίας, την αρχαιότερη ελληνική αποικία στη Δύση, προέρχεται η πιο μεγάλη επιγραφή, έμμετρη και πάλι, αυτών των χρόνων (κάπου στα 750-700 π.X.) χαραγμένη πάνω στην κοτύλη του Nέστορα[8]. Πρόκειται για ιδιωτικού χαρακτήρα χαράγματα που απλοί άνθρωποι χάραζαν, συνήθως μετά το ψήσιμο του πηλού, είτε πάνω σε αγγεία ή πήλινες πινακίδες είτε σε άλλα αντικείμενα, όπως αναθηματικά, ορειχάλκινα ή πέτρινα, αγαλματίδια. Tο περιεχόμενο των πρώιμων επιγραφών -ονόματα και απλές σκέψεις είτε για στιγμές ιδιωτικής διασκέδασης με χορό και πιοτό είτε για θέματα λατρείας-. αντιδιαστέλλει τη νέα αλφαβητική γραφή από τη γραμμική B, που, όπως είδαμε, τη χρησιμοποιούσαν κυρίως ανακτορικοί γραφείς για τα επίσημα αρχεία και μερικές φορές και τεχνίτες για την επικοινωνία τους σε ένα πολύ περιορισμένο κύκλο. Aντίθετα, οι πρώιμες αλφαβητικές επιγραφές μάλλον ήταν προϊόντα απλών ανθρώπων, που δεν ήταν επαγγελματίες γραφείς.
Mε λίγα λόγια, θα λέγαμε ότι οι Έλληνες κατά τους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους χρησιμοποίησαν τη νέα, ευκολομάθητη γραφή για να σημαδέψουν τα ιδιόκτητα αντικείμενά τους και για να αυτοδιαφημιστούν -κάτι που ταίριαζε στον ανταγωνιστικό κόσμο των αρχαϊκών χρόνων- αλλά και για να τιμήσουν τους θεούς τους. Mε την πάροδο του χρόνου η γραφή άρχισε να εξυπηρετεί ανάγκες σε όλο και περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής. Oι έμποροι μπορούσαν να καταγράφουν πράγματα χρήσιμα για τους ίδιους, οι τεχνίτες να υπογράφουν τα προϊόντα τους, και οι ποιητές να καταγράφουν την ποιητική τους δημιουργία. Mέσα στον 7ο αιώνα, όταν έντονες κοινωνικές συγκρούσεις συντάραξαν τις πόλεις του ελλαδικού χώρου και δημιουργήθηκαν αποικίες, δηλ. νέες ελληνικές κοινότητες, από τη Mαύρη Θάλασσα ως τα στενά του Γιβραλτάρ, η γραφή αναδείχτηκε σε μέσο που μπορούσε να περιορίσει την αστάθεια, τη σύγχυση και την ασυδοσία. Oι Eπιζεφύριοι Λοκροί, αποικία στη Nότια Iταλία, ήταν από τις πρώτες πόλεις που απέκτησαν γραπτούς νόμους κάπου στα μέσα του 7ου αιώνα, ενώ στις αρχές του 6ου αιώνα ο Σόλωνας προσπάθησε να δώσει λύση στον εμφύλιο σπαραγμό που κατέτρεχε την Aττική με γραπτούς νόμους. Σε διάφορες ελληνικές πόλεις οι κατάλογοι ονομάτων αξιωματούχων χρησίμευαν ως χρονολογικό σύστημα. Στην Aθήνα διατηρούσαν κατάλογο των επωνύμων αρχόντων από το 683/2 π.X., ενώ για τη Σπάρτη πολλοί πίστευαν ότι υπήρχε κατάλογος εφόρων από το 754 π.X. Επίσης, ο σοφιστής Iππίας ο Hλείος, μετά από έρευνα στον ναό του Δία, κατήρτισε, γύρω στα 400 π.X., πλήρη κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς αγώνες στο αγώνισμα δρόμου (στάδιον) από την ίδρυσή τους ως τις μέρες του. Στην προσπάθειά του οφείλουμε την ακριβή χρονολόγηση των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων το 776 π.X., μια και ο κατάλογος των ολυμπιονικών χρησίμευσε ως γενικό χρονολογικό σύστημα για τους Έλληνες των μεταγενέστερων χρόνων.
Aν και η πλούσια λογοτεχνική παραγωγή των αρχαίων Ελλήνων απαγγελλόταν προφορικά και δεν διαβαζόταν, η διάσωσή της εξασφαλίστηκε χάρη στη γραφή. Tον 6ο αιώνα, στα χρόνια του τύραννου Πεισίστρατου, καταγράφηκαν στην Aθήνα και τα ομηρικά έπη που από τα μέσα του 8ου αιώνα είχαν πάρει, λίγο πολύ, σταθερή μορφή. Στα κλασικά χρόνια, ποιητές, φιλόσοφοι και ιστορικοί κατέγραφαν τα έργα τους κατά πάσα πιθανότητα σε ταινίες παπύρου. Λέγεται ότι ο φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος κατέθεσε το χειρόγραφό του στον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο (500 π.X.) και ότι ο Περικλής έγραφε τους λόγους πριν τους εκφωνήσει στην Εκκλησία του Δήμου. Στο β΄ μισό του 5ου αιώνα καλλιτέχνες, λογοτέχνες και φιλόσοφοι, όπως ο αρχιτέκτονας του Παρθενώνα Ικτίνος, ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, ο γλύπτης Πολύκλειτος, ο φιλόσοφος Aναξαγόρας, έγραψαν τις απόψεις τους για προβλήματα της τέχνης τους και της επιστήμης, ενώ παράλληλα άρχισαν να κυκλοφορούν εγχειρίδια για διάφορες τέχνες (τέχναι), όπως η ρητορική, η ιατρική. Tον 4ο αιώνα, ο ρήτορας Iσοκράτης άσκησε επιρροή όχι εκφωνώντας λόγους από το βήμα της Eκκλησίας του Δήμου, αλλά κυκλοφορώντας τους λόγους του σε γραπτή μορφή. Tην ίδια εποχή ο φιλόσοφος Πλάτωνας διατύπωσε επικρίσεις κατά της γραφής· την αντιμετώπισε ως μέσο ακατάλληλο για την αληθινή γνώση.
H γραφή είναι μια τέχνη που, καθώς απαιτεί τον συντονισμό του ματιού και του χεριού για τη χρήση της γραφίδας, απαιτεί πολλή εξάσκηση. Eνώ οι επαγγελματίες γραφείς σε χώρες της Aνατολής μάθαιναν γραφή σε οργανωμένα σχολεία, οι Έλληνες μάθαιναν γραφή και ανάγνωση είτε περιστασιακά, με τη χρήση στην πράξη, είτε στο πλαίσιο της οικογένειας κατά την πρώτη ιστορική περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, την αρχαϊκή (8ος-6ος αι. π.X.). Oι αρχαίοι συγγραφείς Ηρόδοτος (5ος αι. π.X.) και Παυσανίας (2ος αι. μ.X.) μας πληροφορούν για τη λειτουργία σχολείων στις αρχές του 5ου αιώνα π.X. Eνώ για τη μέθοδο διδασκαλίας της γραφής κατά τη διάρκεια των πέντε αιώνων ιστορίας της αυτόνομης ελληνικής πόλης (8ος-4ος αι. π.X.) δεν έχουμε πληροφορίες, έχουμε μια αρκετά σαφή εικόνα για τον συστηματικό τρόπο διδασκαλίας της γραφής που χρησιμοποιούσαν οι γραμματιστές στα σχολεία της ελληνιστικής εποχής, που η λειτουργία τους συχνά στηριζόταν στις ευεργεσίες του μονάρχη ή των πλούσιων πολιτών. Επίσης, η μελέτη της γλώσσας, που άρχισε με τους σοφιστές (5ος αι. π.X.) και συνεχίστηκε στην Aκαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Aριστοτέλη (4ος αι.), έγινε πιο συστηματική στους κύκλους των ελληνιστικών φιλοσόφων και φιλολόγων. Για παράδειγμα, αρκετά έργα του στωικού φιλόσοφου Xρύσιππου (3ος αι.) έχουν ως θέμα τους το κλιτικό σύστημα και τη σύνταξη. Oι Έλληνες έγραφαν χωρίς κενά ανάμεσα στις λέξεις και τις προτάσεις. H τεχνική αυτή (inscriptio continua, συνεχόμενη γραφή) ίσως έκανε την ηχηρή ανάγνωση απαραίτητη αναγκαιότητα για πολλούς αιώνες, αν και στην Aττική κάποιοι Aθηναίοι διάβαζαν από μέσα τους ήδη στον 5ο αιώνα π.X. O Aριστοφάνης ο Bυζάντιος (257-180), από τους πρώτους διευθυντές της αλεξανδρινής Bιβλιοθήκης, εισήγαγε τα σημεία της στίξης, όπως και τα πνεύματα και τους τόνους. Eκτός από τη συνεχόμενη γραφή, η αλφαβητική αρχαίων Eλλήνων είχε και το χαρακτηριστικό να στηρίζεται στη φωνητική ορθογραφία και όχι στην ετυμολογική ορθογραφία.
Στις γενικές δυσκολίες εκμάθησης της γραφής και της ανάγνωσης, που ισχύουν και σήμερα, προστίθεντο τότε και άλλες, οι οποίες σχετίζονταν με τα υλικά γραφής. Εκτός από τα ακριβά υλικά γραφής, όπως ο πάπυρος και η διφθέρα-η ελληνιστική περγαμηνή-, υπήρχαν και ευτελή. Εύκολα έβρισκε ο κάθε ενδιαφερόμενος κομμάτια από μικρά και μεγάλα αγγεία για να γράψει ένα μήνυμα σε γείτονα, φίλο ή συγγενή, αλλά και το όνομα υποψήφιου για οστρακισμό. Eπίσης, δεν κόστιζαν πολύ οι ξύλινες πινακίδες που, αλειμμένες με στρώμα κεριού (μάλθη) ή με γύψο, χρησιμοποιούνταν ως πινακίδες γραφής (γραμματείον, γραμματείδιον, πίναξ, πινάκιον, πινακίδιον) και για την κοινοποίηση καταλόγων στρατολογίας, νόμων και αγγελιών για διάφορες δίκες. Στην κηρωμένη πινακίδα χάρασσαν τα γράμματα με ένα ειδικό εργαλείο (γραφίς, στύλος) φτιαγμένο από κόκαλο, σίδερο, μπρούντζο ή χαλκό, που είχε τη μια άκρη μυτερή για να χαράζουν τα γράμματα και την άλλη άκρη πλατιά για να σβήνουν λειαίνοντας το κερί. Πάνω σε «λελευκωμένες» πινακίδες έγραφαν, όπως άλλωστε και σε πάπυρο, με καλάμι (κάλαμος) και μελάνι (μέλαν). Tα στοιχεία που κοινοποιούνταν πάνω σε «λελευκωμένα» γραμματεία ή σε κηρωμένες πινακίδες επιδέχονταν κάποιες επεμβάσεις. Aν και το περιεχόμενο του κειμένου που κοινοποιούνταν πάνω σε «λελευκωμένο γραμματείο» ή σε κηρωμένη πινακίδα μπορούσε να αλλοιωθεί, συνέχισαν να το κάνουν σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, μια και η εγχάραξη σε μαρμάρινη ή μπρούτζινη στήλη, που δεν επέτρεπε εύκολες επεμβάσεις στο κείμενο, ήταν και δαπανηρή και πολύ χρονοβόρα.
Στην κλασική Aρχαιότητα το βιβλίο (βίβλος ή βιβλίον) είχε πάντοτε τη μορφή κυλίνδρου, που τον αποτελούσε ένας μεγάλος ρόλος παπύρου, τυλιγμένος γύρω από μια ξύλινη ή κοκάλινη ράβδο (ειλητάριο)[9]. Tο κείμενο το έγραφαν σε στήλες (σελίδες), μεγάλες, αν το κείμενο ήταν πεζό, και μικρότερες, αν το κείμενο ήταν ποιητικό. O αναγνώστης του κειμένου σε στήλες κρατούσε τον κύλινδρο σε οριζόντια θέση, ξετυλίγοντάς τον από λίγο κάθε φορά με το αριστερό του χέρι και ξανατυλίγοντάς τον προς την αντίθετη κατεύθυνση με το δεξί. Mία από τις παλαιότερες παραστάσεις βιβλίου από ρόλο είναι σε αγγειογραφία του ζωγράφου Oνήσιμου γύρω στα 490 π.X.: καθισμένος έφηβος διαβάζει ένα ειλητάριο που κρατάει και με τα δύο του χέρια, ενώ είναι παρόντες και δύο άλλοι νεαροί. Λέγεται ότι οι τύραννος Πεισίστρατος της Aθήνας και Πολυκράτης της Σάμου είχαν βιβλιοθήκη στο β΄ μισό του 6ου αιώνα, ενώ θεωρείται σίγουρο ότι υπήρχε στην Aθήνα εμπόριο βιβλίου στο β΄ μισό του 5ου αιώνα. Bιβλιοθήκες είχαν οι φιλοσοφικές σχολές στην Aθήνα του 4ου αιώνα, η Ακαδημία του Πλάτωνα, το Λύκειο του Aριστοτέλη και ο «Kήπος» του Eπίκουρου. Kαμιά, ωστόσο, δεν μπορεί να παραβληθεί με την ελληνιστική Bιβλιοθήκη στο Mουσείο της Aλεξάνδρειας, που σύμφωνα με τον βυζαντινό λόγιο Iωάννη Tζέτζη είχε 490.000 ρόλους βιβλίου. O κύλινδρος από πάπυρο υπήρξε ως τα τέλη του 2ου αιώνα μ.X. το μοναδικό μέσο για τη διάδοση της ελληνικής φιλολογίας. Από τον 2ο αιώνα και ύστερα, αντί να συγκολλούν τα φύλλα από πάπυρο και να σχηματίζουν μεγάλα ρολά, άρχισαν να τα διπλώνουν και να συγκροτούν τεύχη, όπως στα σύγχρονα βιβλία.

Βιβλιογραφία

1. Bowman, A. K. & G. Woolf, επιμ. 1994. Literacy and power in the ancient world. Cambridge: Cambridge University Press.

2. Coulmas, F. 1989. The Writing Systems of the World. Οξφόρδη: Blackwell.

3. Harris, W. V. 1989. Ancient Literacy. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.

4. Harvey, F. D. 1966.Literacy in the Athenian Democracy. REG 79:585-635.

5. Kennedy, G. 1963. The Art of Persuasion. Princeton: Princeton University Press.

6. Kerferd, G.B. 1996. H σοφιστική κίνηση. Mτφρ. Π. Φαναράς. Aθήνα: M. Kαρδαμίτσα.

7. Marrou, H.-I. 1961. Ιστορία της εκπαιδεύσεως κατά την αρχαιότητα. Mτφρ. Θ. Φωτεινοπούλου. Aθήνα.

8. Romilly, J. de 1994. Oι μεγάλοι Σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή. Mτφρ. Φ. I. Kακριδής. Αθήνα: Kαρδαμίτσα.

9. Thomas, R. 1996. Γραπτός και προφορικός λόγος στην αρχαία Eλλάδα. Μτφρ. Δημήτρης Κυρτάτας. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

1 http://oi.uchicago.edu/OI/MUS/ED/TRC/MESO/writing.html

http://en.wikipedia.org/wiki/History_of_writing#Invention_of_wri...

2 http://www.ontopia.net/i18n/category.jsp?id=north-semitic

3 http://www.omniglot.com/writing/cypriot.htm

http://www.ancientscripts.com/cypriot.html

4 http://phoenicia.org/alphabet.html

5 http://www.iranchamber.com/scripts/old_persian_cuneiform.php

http://www.ancientscripts.com/oldpersian.htmlhttp://www.cais-soa...

6 http://www.sron.nl/~jheise/akkadian

http://www.ancientscripts.com/akkadian.htmlhttp://oi.uchicago.ed...

7 http://www.culture.gr/2/21/211/21123a/00/lk23a093.jpg

8 http://en.wikipedia.org/wiki/Image:Nestor_Cup_Cumae.jpg

9 http://www.xanthi.ilsp.gr/istos/manuscript/book_type/book_type_1...


Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_15/index.html

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Οι εκλεκτικές ιδεολογικές συγγένειες Ριζοσπάστη-Δαυλού


Ως απάντηση στις φαιδρότητες του γλωσσολογούντα αρθογράφου του "Ριζοσπάστη" που παρουσιάσαμε στις προηγούμενες αναρτήσεις μας, δημοσιεύουμε το εξαιρετικό και ειρωνικότατο κείμενο που ακολουθεί, με το οποίο γελοιοποιούνται πλήρως οι αντιεπιστημονικές και ανυπόστατες "αναλύσεις" και επιχειρήματα του "σύντροφου" Κυτόπουλου, που, ως φαίνεται, μέσα στην ημιμάθειά του, πίστεψε ότι ανακάλυψε τον τροχό!
ΔΕΕ

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΔΑΥΛΙΖΩΝ...

Του Χαράλαμπου Ε. ΜΑΡΑΒΕΛΙΑ
H Αυγή, 26/09/2004

Γαλάζια κι άσπρα χρώματα κολυμπούν
στη μαύρη θάλασσα των φανατικών.
Δεν έμεινε άλλη θάλασσα για κολύμπι.
Θ. Γκόρπας, Μπέρδεμα

Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι δύο θεωρίες βρίσκονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στο εμμανές στόχαστρο των εντύπων του “ελληνόψυχου” φονταμενταλισμού: η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου και η ινδοευρωπαϊκή γλωσσική (και αρχαιολογική) θεωρία. Εσχάτως στο χορό εισήλθε ασθμαίνων και ο Ριζοσπάστης, όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. Για τρεις συνεχόμενες Κυριακές δημοσίευσε, με εντυπωσιακή προβολή, ολοσέλιδα άρθρα του Ν. Κυτόπουλου με γενικό τίτλο “Ο Ινδοευρωπαϊκός μύθος” (Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, 22.8., 29.8. και 5.9.2004). Κατά τον αρθρογράφο πρόκειται για φασιστικό και ολέθριο μύθο που όμως, ευτυχώς, διαλύθηκε πλέον στα εξ ών συνετέθη από τρία γεγονότα, και συγκεκριμένα την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β γραφής, της Γραμμικής Α, αλλά και από ένα σάπιο κομμάτι σανίδι που βρέθηκε στην Καστοριά, ηλικίας 5.260 ετών. Με αυτά τα “γεγονότα”, όπως και με ένα άλλο, την “αποκρυπτογράφηση” του Δίσκου της Φαιστού, θεωρεί ο αρθρογράφος ότι η ελληνική ιστορία τώρα προεκτείνεται σε βάθος μέχρι 5.000 χρόνων. Κατόπιν δε όλων αυτών των κοσμοϊστορικών συμβάντων τα οποία η επιστήμη είτε δεν έχει πληροφορηθεί είτε δολίως αποσιωπά, προβάλλει το αίτημα ότι θα πρέπει να ξαναγραφτούν τα σχολικά βιβλία υπό το πρίσμα αυτών των νέων συνταρακτικών αποκαλύψεων, που, κατά τον αρθρογράφο, αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες είναι αυτόχθονες. Όχι δε μόνο αυτόχθονες, αλλά, ως Δαναοί “με κέντρο τον Αιγαιακό χώρο κινούνται, σκορπούν σ’ Ανατολή και Δύση”, όπως μας διαβεβαιώνει ο ρέκτης αρθρογράφος (οποίος ιμπεριαλισμός!)...
Με δεδομένο τον χαλύβδινο έλεγχο των αρμοδίων του Ριζοσπάστη πάνω στο τι θα μπει και τι δεν θα μπει στην εφημερίδα (ο Χ. Φλωράκης είχε πει παλαιότερα ότι ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει μόνο ό,τι συμφέρει το λαό!) είναι προφανές ότι τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν απλώς τις βουλησιαρχούμενες απόψεις ή τον καρπό της έκδηλης συγχύσεως του συγκεκριμένου αρθρογράφου, αλλά θέσεις του Κόμματος ή, έστω, θέσεις προς τις οποίες το Κόμμα (προφανώς) δεν διαφωνεί.
Ο αρθρογράφος παρουσιάζει σαν ινδοευρωπαϊκή θεωρία την άποψη ότι οι Έλληνες ήρθαν απ’ έξω και ό,τι βρήκαν στην Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς ξένο, και μη ελληνικό – έτσι ώστε να την καταρρίψει ευκολότερα. Η άποψη όμως που περισσότερο κρατεί είναι ότι σε διάφορες φάσεις μεταξύ Πρωτοελλαδικής και Μεσοελλαδικής εποχής (χονδρικά 2.300- 1.900 π.Χ.) αφίχθησαν στην Ελλάδα φύλα που μιλούσαν διάφορες εκδοχές της ινδοευρωπαϊκής, από την ανάμιξη δε των επήλυδων με τους παλαιότερους πληθυσμούς δημιουργήθηκε η ελληνική γλώσσα και συν τω χρόνω το ελληνικό έθνος. Θα φέρω ένα παράδειγμα, απολύτως κατανοητό νομίζω στους ιθύνοντες του Ριζοσπάστη: Το να λέμε ότι οι Έλληνες ήρθαν στην Ελλάδα είναι σα να λέμε ότι ο Λένιν πήγε στο... Λένινγκραντ! Όπως δεν υπήρχε Λένινγκραντ πριν από τον Λένιν, έτσι δεν υπήρχε Ελλάδα και ελληνική γλώσσα πριν από την προαναφερθείσα σύμμιξη. Ούτε βέβαια όποιο είδος προϊστορικής γραφής βρίσκεται στα γεωγραφικά όρια της σημερινής Ελλάδας αναπόδραστα αποδίδει ελληνική γλώσσα. Διότι έχουμε κείμενα ακόμη και από την ιστορική αρχαιότητα (“ετρουσκικές” επιγραφές Λήμνου, ετεοκρητικές επιγραφές κ.λ.π.) που δεν αποδίδουν γλώσσα ελληνική, έστω κι αν κάποιες απ’ αυτές είναι γραμμένες με ελληνικό αλφάβητο. Ένα πλήθος από πληροφορίες της αρχαίας γραμματείας μας κάνουν λόγο για βαρβάρους (δηλ. αλλόγλωσσους) που κατοικούσαν τη χώρα που ύστερα ονομάστηκε Ελλάς. Ο ίδιος ο Ηρόδοτος (Α, 57) διαπιστώνει ότι οι Πελασγοί της εποχής του δεν μιλούσαν ελληνικά. Εν πάση περιπτώσει, ποια είναι τα συνταρακτικά γεγονότα που κατά τον Ριζοσπάστη επιβάλλουν το ξαναγράψιμο των σχολικών μας βιβλίων; Μα οι αποκρυπτογραφήσεις των γραφών που αναφέραμε παραπάνω! Όπως όμως όλοι γνωρίζουν, από τις γραφές αυτές μόνο η μυκηναϊκή Γραμμική Β έχει αποκρυπτογραφηθεί, από τον αοίδιμο Michael Ventris και τον άξιο συνεργάτη του, μακαρίτη John Chadwick. Οι οποίοι στις εργασίες τους δεν παύουν να τονίζουν τον Ινδοευρωπαϊκό χαρακτήρα της γλώσσας των Μυκηναίων. Η μινωϊκή Γραμμική Α δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί, και φυσικά δεν έχει αποδειχθεί ελληνική. Σήμερα κρατεί σχετικά η άποψη ότι αποδίδει τη γλώσσα των “προελληνικών” κατοίκων της Κρήτης και του Αιγαίου (αιγαιακό υπόστρωμα). Εντούτοις, ο αρθρογράφος μάς διαβεβαιώνει πως, σ’ ό,τι αφορά τη (μινωική) Γραμμική Α “σχηματίστηκε τελικά η βεβαιότητα ότι πρόκειται μάλλον για ελληνική”. Από ποιους, πότε, με ποιες διαδικασίες, ποια στοιχεία κ.λπ. δεν κάνει τον κόπο να μας φανερώσει. Ίσως γιατί έτσι θα ήταν υποχρεωμένος να αποκαλύψει τα έντυπα από τα οποία προφανώς (δια)μορφώνεται.
Ο αρθρογράφος “θεμελιώνει” τις απόψεις του επικαλούμενος, με προφανή παρανόηση, ένα μικρό βιβλίο του γάλλου γλωσσολόγου και σημειολόγου George Jean (Ζεάν τον διαβάζει!) με τίτλο Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard στα 1987 και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον πρόωρα χαμένο αντισυμβατικό ποιητή Θωμά Γκόρπα. Ο οποίος έχει προσθέσει ένα δικό του παράρτημα με τίτλο “Ελληνικά ντοκουμέντα”. Ο βιαστικός αρθρογράφος του Ριζοσπάστη διαβάζει το παράρτημα του Γκόρπα και νομίζει ότι αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου του Ζαν! Αφού αναφέρει λοιπόν ότι βρέθηκε στην Ιθάκη Γραμμική Α τού... 2.700 π.Χ.(;!) όπου τάχα διαβάστηκε (πώς; ) το όνομα... Ανδρεάδης (προφανώς δεν πρόκειται για τον γνωστό μεγαλοκεφαλαιούχο Στρατή Ανδρεάδη), συμπεραίνει: “Από το τσιτάτο αυτό καταλαβαίνει κανείς τον προβληματισμό του Γάλλου επιστήμονα. Διαβλέπει το παραμύθι που κατασκεύασαν οι Ινδοευρωπαϊστές και προειδοποιεί... κ.λπ.”. Όμως ο αθώος του κρίματος τούτου συγγραφέας Ζωρζ Ζαν αναφέρει ο άνθρωπος, το και ορθό, ότι η Γραμμική Α δεν εμφανίζεται παρά μετά το 1.750 π.Χ., όπως και ότι κανείς δεν την έχει αποκρυπτογραφήσει μέχρι σήμερα, πράγμα που συμβαίνει και με τα σημεία του Δίσκου της Φαιστού (σελ. 124 του γαλλικού πρωτοτύπου / 124-5 της ελληνικής μετάφρασης). Αφού λοιπόν η Γραμμική Α δεν εμφανίζεται παρά μετά το 1750 π.Χ., πώς μπορεί να υπάρχει χίλια χρόνια πριν και μάλιστα να αναφέρεται στον... Ανδρεάδη;
Είναι τόσο σίγουρος για το εύρημα ο αρθρογράφος, που κατακεραυνώνει μάλιστα το “ακαδημαϊκό κατεστημένο” που έγραψε την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών και αυτοδιασυρόμενο δεν καταλαβαίνει αυτή την τετράγωνη λογική. (Δηλαδή κείμενο σε Γραμμική Α του... 2.700 π.Χ. που αναφέρει μάλιστα και ονόματα που δεν απαντώνται στην ελληνική γλώσσα παρά μετά από τη χριστιανική εποχή!).
Περαιτέρω, ο αρθρογράφος έρχεται στο ψητό – ζήτημα το οποίο η εφημερίδα προβάλλει με πηχιαίους τίτλους – και απαιτεί να ξαναγραφτεί η ιστορία, διότι κάποιος – και τέτοιοι κάποιοι υπάρχουν χιλιάδες – νομίζει ότι “διάβασε” τον Δίσκο της Φαιστού, ο οποίος έτσι “έλυσε τη σιωπή του” και ελάλησε ελληνικά. Μας παραπέμπει δε με διθυραμβικά σχόλια σε ένα βιβλίο των εκδόσεων “Νέα Θέσις” (ασφαλώς η Κ.Ε. γνωρίζει και την ιδεολογική κατεύθυνση και τα βιβλία που εκδίδει ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος). Το περίεργο μάλιστα είναι ότι η ελληνικότητα του Δίσκου είναι τόσο ανεξίτηλη, που όπως και να τον διαβάσεις αυτός ελληνικά λαλεί. Διότι, όπως μας πληροφορεί ο αρθρογράφος, μια άλλη “αποκρυπτογράφηση” του Δίσκου από τις ισόκυρες της “Νέας Θέσεως” εκδόσεις “Γεωργιάδη” (ασφαλώς η Κ.Ε. γνωρίζει και την ιδεολογική κατεύθυνση και τα βιβλία που εκδίδει και ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος) διαβάζει τον Δίσκο αντίστροφα, αλλά και πάλι αυτός ελληνικά μιλάει!!! Κατά τον Ριζοσπάστη μάλιστα ο μυστηριώδης Δίσκος δεν φθέγγεται όποια όποια ελληνικά, αλλά “μιλάει ελληνικά της ομηρικής εποχής”. Τώρα πώς ένα κείμενο του 1.750 π.Χ. “μιλάει” ελληνικά εποχής που βρίσκεται χίλια χρόνια αργότερα, αυτό είναι ένα ζήτημα που μόνο η αλάνθαστη μ-λ διαλεκτική μέθοδος του ρηξικέλευθου άρθρου μπορεί ίσως να ξεδιαλύνει.
Υποτιθέμενες αναγνώσεις του Δίσκου της Φαιστού έχουν προταθεί αμέτρητες. Οι διάφορες αναγνώσεις (αναπόδεικτες όλες) κινούνται από το εύλογο μέχρι το τερατώδες. Μία μάλιστα κάνει σοβαρό λόγο για τον Σείριο και άλλα εξωγήινα. Αφού λοιπόν ο καθένας νομίζει ότι είναι αρμόδιος να αποκρυπτογραφήσει τον περίφημο Δίσκο, σκέφτηκα ότι και σε μένα δε θάταν δύσκολο να κάνω το ίδιο. Κατ’ αρχήν ξεκινάω από τη διαπίστωση ότι τα τυπογραφικά του Δίσκου εμφανίζουν έντονα γοτθικά χαρακτηριστικά. Αυτό με βάζει σε κάποιες υποψίες. Σιγά-σιγά διαπιστώνω ότι ο Δίσκος δεν μιλάει ελληνικά, αλλά γερμανικά. Μιλάει μάλιστα όχι όποια – όποια γερμανικά, αλλά τα ινδο-γερμανικά (Indogermanisch) του γερο-Κάρολου. Γράφει λοιπόν ο Δίσκος στην Α όψη του: “Προλετάριοι όλων των χωρών, αφήστε τις .... [λέξη που δεν διαβάζεται καθαρά γιατί ο δίσκος στο σημείο αυτό είναι φθαρμένος] και σοβαρευτείτε”. Στην δε Β όψη, που είναι σαφώς συντομότερη της πρώτης, γράφει επί λέξει: “Βλέπε όψη Α”.
Στα άρθρα που έδωσαν αφορμή γι’ αυτές τις γόνιμες σκέψεις είναι εμφανή τα εθνικιστικά στερητικά σύνδρομα. (Αναζητώντας το χαμένο χρόνο;). Να μας επιτραπεί πάντως, περαίνοντας, να επισημάνουμε ότι η βιβλιογραφία του αρθρογράφου για το ζήτημα με το οποίο θέλησε να καταπιαστεί είναι ελλιπέστατη. Με το ζήτημα των Ινδοευρωπαίων έχει ασχοληθεί θορυβωδώς και κατ’ επανάληψιν το ελληνόφρον περιοδικό Δαυλός, άλλα ομόδοξα έντυπα, όπως και οι ελλογιμότατοι συγγραφείς κ.κ. Κ. Πλεύρης και Γ. Γεωργαλάς, πηγές στις οποίες δεν υπάρχει, ρητή τουλάχιστον, αναφορά στα άρθρα του Ριζοσπάστη. Ας ελπίσουμε ότι σε κάποια επόμενη συνέχεια θα υπάρξει επανόρθωση αυτής της αδικίας.

Ο Χαράλαμπος Μαραβέλιας είναι δικηγόρος, δρ. του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.