Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (3)


Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στον λεγόμενο "Ιστορικό Αναθεωρητισμό" παρουσιάζουμε ένα άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου που δημοσιεύθηκε στις 31-12-2005 στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με τον τίτλο: "Ενας κόσμος με αβέβαιο... παρελθόν!" και υπότιτλο: "Πολιτικές ηγεσίες πασχίζουν να «διορθώσουν» την Ιστορία ώστε να ταιριάζει στο καλούπι των φυλετικών - εθνικιστικών μύθων".

Πρόκειται για ένα κείμενο από μια δήθεν "προοδευτική" σκοπιά, που θα την χαρακτήριζα χωρίς δισταγμό κρυπτοσταλινική και εθνομηδενιστική. Είναι μια άποψη κάποιων κύκλων, που ενώ γενικότερα υποστηρίζουν πρακτικές ιστορικού ψευδο-αναθεωρητισμού (π.χ. των Σκοπιανών), όταν έρχονται στο ζήτημα της αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος, ξαφνικά μεταμορφώνονται σε σφοδρούς επικριτές του, εξαπολύοντας κεραυνούς και μύδρους εναντίον εκείνων που τολμούν "να αμφισβητούν ακλόνητες ιστορικές αλήθειες", αλλά και εναντίον εκείνων που κατηγορούν τα σταλινικά καθεστώτα και προφανώς δεν τα θεωρούν καλλίτερα από τα ναζιστικά-φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου!!! Όσο για το φαιδρό επιχείρημα περί δεκάδων εκατομμυρίων νεκρών της Σοβιετικής Ένωσης στον Β΄Π.Π. τους υπενθυμίζω ότι: α. όλοι αυτοί πολέμησαν εναντίον των γερμανών εισβολέων και όχι βεβαίως υπέρ των ιδεωδών του κομμουνισμού, β. Ο Στάλιν εξόντωσε κάποια εκατομμύρια αντιφρονούντων τα οποία "ξεχνιούνται" συνήθως, γ. Με τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν διαλύθηκε ο Ερυθρός Στρατός με αποτέλεσμα να θυσιάζονται κατά χιλιάδες οι Ρώσσοι στρατιώτες για να σταματήσουν τα γερμανικά στρατεύματα υπό την απειλή των κομισάριων του κόμματος δ. Εκατοντάδες χιλιάδες σοβιετικοί στρατιώτες αυτομόλησαν στους Γερμανούς για να γλυτώσουν από το Σταλινικό καθεστώς.

Παραθέτω αμέσως το εν λόγω άρθρο:

Το καλοκαίρι του 1989, ενώ ενισχύονταν οι σεισμικές δονήσεις που θα γκρέμιζαν, μαζί με το Τείχος του Βερολίνου, έναν ολόκληρο κόσμο, ο Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευε στο «Νάσιοναλ Ίντερεστ» το άρθρο που θα τον έκανε παγκοσμίως διάσημο: «Το τέλος της Ιστορίας». Ο αρχικός τίτλος συνοδευόταν από ένα ερώτημα που στη συνέχεια, καθώς το άρθρο μεγεθυνόταν σε βιβλίο και το Τείχος αποτελούσε πλέον σωρό ερειπίων, παρελήφθη ως αχρείαστο. Η Ιστορία του κοινωνικού ανθρώπου, μια Ιστορία γεμάτη εποποιίες και τραγωδίες, πολέμους και επαναστάσεις, αυτοκρατορίες και ανατροπές, έφτανε στο happy end με τη νίκη, σε παγκόσμια κλίμακα, του ύστατου, ανοξείδωτου προτύπου κοινωνικής οργάνωσης, που ορίζεται μονοσήμαντα από τις Καρτεσιανές συντεταγμένες της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και της ελεύθερης Αγοράς.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η διεθνής πολιτική σκηνή δεν θυμίζει σε τίποτα την αισιόδοξη πρόβλεψη του Φουκουγιάμα. Αντίθετα, τις τελευταίες εβδομάδες του 2005, γίναμε μάρτυρες ενός πλανητικού χορού δαιμόνων, λες κι όλα τα εθνικιστικά πάθη, όλοι οι φυλετικοί μύθοι, όλες οι συλλογικές ψυχώσεις του τρομερού εικοστού αιώνα νεκραναστήθηκαν ξαφνικά, διεκδικώντας εκ νέου τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Από τη μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, το σύνθημα της ημέρας δεν είναι πια το «τέλος», αλλά η «διόρθωση» της Ιστορίας από πολιτικές ηγεσίες, που πασχίζουν να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Από το Ιράν ώς την ΤουρκίαΣτις 8 Δεκεμβρίου, ο νέος, σκληροπυρηνικός πρόεδρος του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, προκάλεσε θύελλα (απολύτως δικαιολογημένων) αντιδράσεων αμφισβητώντας δημόσια το Ολοκαύτωμα των Ναζί σε βάρος των Εβραίων. Λίγο αργότερα, το τουρκικό καθεστώς έβαλε σε λειτουργία ολόκληρη βιομηχανία διώξεων σε βάρος του συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, του δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ και άλλων διανοουμένων (τελευταία, έφτασαν να απειλήσουν και τον... Ολλανδό ευρωβουλευτή Γιουστ Λάγκεντιτσκ) που τόλμησαν να αγγίξουν τα «απαγορευμένα» θέματα της γενοκτονίας των Αρμενίων και των Κούρδων.
Τεράστιες, προφανείς διαφορές χωρίζουν το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν από το κοσμικό, τουρκικό κράτος. Ωστόσο, ο ιστορικός αναθεωρητισμός των κυρίαρχων ελίτ, σε Αγκυρα και Τεχεράνη, αναπτύσσεται πάνω σε ένα κοινό υπόστρωμα εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων: Ιράν και Τουρκία νιώθουν να απειλούνται από τις ανατροπές που έχουν δρομολογηθεί ερήμην τους στη Μέση Ανατολή – το Ιράν γιατί μπορεί να αποτελέσει τον επόμενο στόχο του αμερικανικού παρεμβατισμού και η Τουρκία λόγω της ντε φάκτο αυτονόμησης των Κούρδων του Ιράκ και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει στο εσωτερικό της.
Στην εξωτερική αβεβαιότητα έρχεται να προστεθεί η εσωτερική: Το μοντέλο της ισλαμικής επανάστασης που κληροδότησε ο Χομεϊνί πνέει από καιρό τα λοίσθια (και ο Αχμαντινετζάντ μάλλον αποτελεί το κύκνειο άσμα του), ενώ το αυταρχικό - κοσμικό μοντέλο που δημιούργησε ο Κεμάλ Ατατούρκ συμπιέζεται ανάμεσα στις Συμπληγάδες του μετριοπαθούς ισλαμισμού και του υποχρεωτικού εξευρωπαϊσμού. Σ’ αυτό το φόντο, η αναδίπλωση στην «ασφάλεια» των φυλετικών - εθνικιστικών μύθων αποτελεί την αντανακλαστική, αμυντική αντίδραση των κυρίαρχων ελίτ, που βλέπουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους.

Αναθεώρηση σχολικών βιβλίων
Αλλά το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε «προβληματικές» χώρες της περιφέρειας. Η δεύτερη βιομηχανική δύναμη του κόσμου, η Ιαπωνία, προκάλεσε φέτος θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο στην «κομμουνιστική» Κίνα, αλλά και στη σύμμαχο Νότια Κορέα, με τη συστηματική προσπάθεια απενοχοποίησης, αν όχι και εξιδανίκευσης, του αποικιοκρατικού παρελθόντος της. Οι επισκέψεις του πρωθυπουργού Κοϊζούμι και άλλων, ανώτερων αξιωματούχων σε μνημείο όπου αναπαύονται και εγκληματίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και η αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων Ιστορίας, προκάλεσαν μείζονα κρίση στις σχέσεις της Ιαπωνίας με τους γείτονές της. Αλλη μια φορά, ο ιστορικός αναθεωρητισμός αναπτύσσεται στο ίδιο υπόστρωμα της εξωτερικής και εσωτερικής ανασφάλειας: Από τη μια πλευρά, εκφράζει την αντανακλαστική αντίδραση των ιαπωνικών ελίτ στην ανερχόμενη ισχύ της Κίνας. Από την άλλη, την επιστράτευση του εθνικισμού για την ενσωμάτωση ενός λαού που δυσφορεί για τη γρήγορη αποδιάρθρωση του παραδοσιακού, κοινωνικού κράτους στο βωμό της ανταγωνιστικότητας.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα, η οξύτατη πολιτική διαμάχη που έχει ξεσπάσει στη Γαλλία γύρω από την αναθεώρηση του δικού της, αποικιοκρατικού παρελθόντος, ήταν το πρώτο θέμα της εφημερίδας «Μοντ». Η υπόθεση είχε ξεκινήσει ήδη από τις 23 Φεβρουαρίου, όταν γκωλικοί βουλευτές (με τη συναίνεση και συναδέλφων τους από την Κεντροαριστερά) πέρασαν από την Εθνοσυνέλευση νόμο που ζητούσε την αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων ώστε να καταγράφεται ο «θετικός ρόλος» της Γαλλίας στην ανάπτυξη και τον εκπολιτισμό των αποικιών. Απέκτησε, όμως, πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις μετά τις πρόσφατες ταραχές στα εργατικά προάστια με τους μεγάλους μεταναστευτικούς πληθυσμούς.
Ιστορικοί της Αριστεράς και διανοούμενοι αραβικής καταγωγής είδαν στον επίμαχο νόμο την αλαζονεία μιας «ιμπεριαλιστικής» Γαλλίας απέναντι στις «εσωτερικές αποικίες» της, τους μετανάστες του Μαγκρέμπ. Στην απέναντι πλευρά, μερίδα των γκωλικών, που μετέφρασε την κρίση των προαστίων όχι ως κοινωνικό πρόβλημα αλλά ως «εθνική–θρησκευτική εξέγερση», υπερασπίσθηκε τον νόμο επιμένοντας ότι δεν μπορεί να λέγονται πολίτες της Γαλλικής Δημοκρατίας όσοι δεν αισθάνονται υπερηφάνεια για την Ιστορία και τις αξίες της. Γρήγορα, η διαμάχη επεκτάθηκε στο ρόλο του Ναπολέοντα και στις ευθύνες της Γαλλίας για τη δουλεία, δίχασε την επιστημονική κοινότητα των ιστορικών και την κοινή γνώμη, και ανάγκασε τον πρόεδρο Ζακ Σιράκ (ο οποίος είχε ταχθεί από την πρώτη στιγμή εναντίον του επίμαχου νόμου) να απευθύνει διάγγελμα στο έθνος και να συγκροτήσει ειδική επιτροπή για την ιστορική μνήμη.

Και το Συμβούλιο της Ευρώπης
Στον επικίνδυνο χορό του ιστορικού αναθεωρητισμού, μπήκε τελευταία και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το μνημόνιο «για την διεθνή καταδίκη των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» που εγκρίθηκε από την Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και θα τεθεί για έγκριση στην Ολομέλειά της, στα τέλη Ιανουαρίου. Το μνημόνιο αναφέρει ότι ήταν λάθος που ποινικοποιήθηκαν, με τη δίκη της Νυρεμβέργης, μόνον οι Ναζί και οι φασίστες και όχι οι κομμουνιστές, αποδοκιμάζει δε το γεγονός ότι συνεχίζουν να δρουν ελεύθερα στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα που δεν έχουν αποδοκιμάσει το ένοχο κομμουνιστικό παρελθόν. Θέσεις που εξισώνουν τον Ναζισμό με τη Σοβιετική Ενωση –που, ό,τι κι αν ήταν ο Στάλιν και το απολυταρχικό καθεστώς του, έδωσε είκοσι εκατομμύρια ψυχές για την αντιφασιστική νίκη– αλλά και με τους κομμουνιστές των υπόδουλων χωρών, που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στην αντίσταση. Ασφαλώς, η Ιστορία, όπως κάθε άλλο πεδίο της πνευματικής δραστηριότητας, επηρεάζεται και θα επηρεάζεται πάντα από αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν «zeitgeist», το πνεύμα των καιρών. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός, που κερδίζει έδαφος στις μέρες μας, είναι κι αυτός τέκνο του πνεύματος της εποχής μας. Κατά παράδοξο τρόπο, η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που ύμνησε ο Φουκουγιάμα παράγει όχι το τέλος της Ιστορίας, αλλά το αντίθετό της: Ενας κόσμος που διαλύει κάθε κοινωνικό δεσμό ωθεί το μοναχικό άτομο να αναζητήσει υποκατάστατα συλλογικότητας στις «αρχέγονες», «σταθερές» αξίες του έθνους, της θρησκείας, της φυλής και του αίματος. Αυτό το ανασφαλές άτομο, έχοντας χάσει την ελπίδα του επίγειου παραδείσου, θα αναζητήσει μια καινούργια Ιστορία, μια καινούργια μυθολογία, με σημαία τον αφορισμό του Σαρτρ: «Η κόλαση είναι οι άλλοι»!

.....................................................................

Νομίζω ότι μετά την ανάγνωσή του ο καθένας μας μπορεί να εξαγάγει εύκολα τα συμπεράσματά του.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Ἀρμένιοι-Armenians-Hayk (2)

Η Αρμενία του Τιγράνη του Μέγα

Η άνοδος στον θρόνο της νέας Δυναστείας (Αρταξιάδες, Artashessian Dynasty), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της Ιστορίας της Αρμενίας. Η σπουδαιότερη πάντως επίπτωση στις τύχες της Αρμενίας από αυτήν την αλλαγή Δυναστείας ήταν ασφαλώς η επεκτατική πολιτική που εγκαινίασαν οι ηγεμόνες της και της οποίας το αποκορύφωμα θα σημειωθεί μετά από έναν αιώνα περίπου, με την δημιουργία ενός εκτεταμένου Βασιλείου, που έστω πρόσκαιρα και για τα μέτρα της εποχής, θα προσεγγίσει τα όρια Αυτοκρατορίας. Αυτό υπήρξε έργο του Τιγράνη ΙΙ του Μέγα (95-55 π.Χ.), ο οποίος θα πάρει ως σύζυγο την Κλεοπάτρα, την κόρη του περίφημου Μιθριδάτη VI του Ευπάτορα (γνωστός στην Ιστορία και ως Μιθριδάτης ο Μέγας), βασιλέα του Πόντου (120-63 π.Χ.).
Ο Τιγράνης ΙΙ θα συμμαχήσει με το Παρθικό Βασίλειο και το Βασίλειο του Πόντου και θα κατακτήσει τεράστιες εκτάσεις, φθάνοντας στα σύνορα σχεδόν της Αιγύπτου, ενώ θα καταλύσει και τα υπολείμματα του Βασιλείου των Σελευκιδών στην Συρία. Θα εμπλακεί όμως στους Μιθριδατικούς πολέμους εναντίον της Ρώμης και αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους του. Ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος θα πολιορκήσει και θα καταλάβει (69 π.Χ.) την πρωτεύουσα του Τιγράνη ΙΙ, τα Τιγρανόκερτα (στα βόρεια του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, στις όχθες ενός παραποτάμου του), την οποία θα λεηλατήσει και καταστρέψει. Ο Τιγράνης ΙΙ θα συνεχίσει τον πόλεμο και τον επόμενο χρόνο θα επιτύχει να εκδιώξει τον Λούκουλλο από τα Αρτάξατα. Μέχρι το 66 π.Χ. θα επανακτήσει το μεγαλύτερο τμήμα του Βασιλείου του, αλλά η χαριστική βολή εναντίον του Τιγράνη ΙΙ υπήρξε η ανταρσία του γιου του, που ονομαζόταν επίσης Τιγράνης, ο οποίος θα συμμαχήσει με τους Ρωμαίους και τον στρατηγό Πομπήϊο. Τελικά θα υποχρεωθεί να συνάψει ειρήνη με την Ρώμη, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεών του μετά την αναδιάταξη της πολιτικής γεωγραφίας που πραγματοποίησε ο Πομπήϊος στην Ανατολή. Ο Τιγράνης ΙΙ θα αποβιώσει γύρω στο 55 π.Χ. και θα τον διαδεχθεί ο νεώτερος γιος του, Αρταβάσδης ΙΙ (55-34 π.Χ.), ο οποίος θα κατηγορηθεί ως υπαίτιος της αποτυχίας της Ρωμαϊκής εκστρατείας στην Ατροπατινή Μηδία εναντίον των Πάρθων από τον Μάρκο Αντώνιο, θα συλληφθεί μαζί με άλλα μέλη της οικογενείας του και θα σταλεί ως δώρο στην Κλεοπάτρα της Αιγύπτου. Εκεί θα θανατωθεί το 31 π.Χ. (βλ. και Στράβων ΙΑ΄ ΧIV. 15).
Στον θρόνο της Αρμενίας θα ανέλθει με την βοήθεια των Πάρθων, στους οποίους είχε καταφύγει, ο γιος του Αρταβάσδη ΙΙ, ο Αρταξίας ΙΙ (34-20 π.Χ.), αλλά το 20 π.Χ. θα εκδιωχθεί και δολοφονηθεί από τους Ρωμαίους, οι οποίοι θα ανεβάσουν στον θρόνο τον αδελφό του, Τιγράνη ΙΙΙ (20-8 π.Χ.), που είχε παραμείνει στην Αίγυπτο.
Τον Τιγράνη ΙΙΙ θα τον διαδεχθεί το 8 π.Χ. ο γιος του Τιγράνης IV, χωρίς την συγκατάθεση της Ρώμης και γι’ αυτό θα εκθρονισθεί και στην θέση του θα αναγορευθεί βασιλιάς το 6 π.Χ. μετά από εντολή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο Αρταβάσδης ΙΙΙ (6-2 π.Χ.), ο τρίτος γιος του Αρταβάσδη ΙΙ. Οι Ρωμαίοι θα επαναφέρουν τελικά στον θρόνο και πάλι τον Τιγράνη IV, ο οποίος θα βασιλεύσει μέχρι το 1 μ.Χ. μαζί με την αδελφή και σύζυγό του Ερατώ. Ο Τιγράνης IV θα χάσει την ζωή του σε μια μάχη εναντίον κάποιων βαρβάρων επιδρομέων (πιθανότατα Αλανών) και η Ερατώ θα βασιλεύσει για ελάχιστο διάστημα μέχρι την εκδίωξή της από τους Ρωμαίους. Αυτό υπήρξε και το τέλος της ένδοξης και φημισμένης Δυναστείας των Αρταξιαδών.
Μέχρι το 34 μ.Χ. από τον θρόνο της Αρμενίας θα παρελάσουν διάφοροι «βασιλείς», σύμφωνα με τις επιθυμίες των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, αλλά την χρονιά εκείνη, ο βασιλιάς των Πάρθων Αρτάβανος ΙΙ (10/11-38 μ.Χ.), έχοντας αναδιοργανώσει το Βασίλειό του και επωφελούμενος της αδυναμίας των Ρωμαίων, θα επεκτείνει την επιρροή του και στην Αρμενία, όπου θα τοποθετήσει βασιλιά τον μεγαλύτερο γιο του, τον Αρσάκη (34-35 μ.Χ.).
Οι Ρωμαίοι όμως σύντομα θα αντιδράσουν και με την βοήθεια του βασιλιά της Ιβηρίας (βλ. λήμμα Ίβηρες στο Λ.Λ.Α.Κ.) Φαρασμάνη Ι (1-58 μ.Χ.), θα εκδιώξουν τον Αρσάκη και θα τοποθετήσουν στον θρόνο της Αρμενίας τον αδελφό του Φαρασμάνη, τον Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης (35-37 και 42-51 μ.Χ.) θα φυλακισθεί στην διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Καλιγούλα (37-41 μ.Χ.), αλλά ο επόμενος αυτοκράτορας, Κλαύδιος (41-54), θα τον αποκαταστήσει στον θρόνο. Τελικά θα δολοφονηθεί το 51 μ.Χ. από τον γιο του βασιλιά της Ιβηρίας, τον Ραδάμιστο, ο οποίος υποκίνησε γενική εξέγερση των Αρμενίων που δεν άντεχαν άλλο την σκληρότητα και την ανικανότητα του Μιθριδάτη.
Ο Ραδάμιστος θα κρατήσει για λίγα χρόνια τον θρόνο ο ίδιος (51-54), αλλά θα αναγκασθεί να παραιτηθεί υποκύπτοντας στις απαιτήσεις του βασιλιά των Πάρθων Βολογάση Ι (Vologases, 51-77/78 μ.Χ.), ο οποίος θα τοποθετήσει στον θρόνο τον αδελφό του, Τιριδάτη. Οι Ρωμαίοι θα επιτύχουν αρχικά να απομακρύνουν τον Τιριδάτη και θα καταλάβουν τόσο τα Τιγρανόκερτα, όσο και τα Αρτάξατα.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων (54-68 μ.Χ.) θα αναγορεύσει τότε τον Τιγράνη VI ως βασιλιά της Αρμενίας. Όμως ο Τιγράνης VI, με την επιπόλαια ενέργειά του να εισβάλει στην παρθική επαρχία της Αδιαβηνής, θα δώσει την αφορμή στους Πάρθους να κηρύξουν τον πόλεμο, στον οποίο θα υποχρεωθούν να εμπλακούν και οι Ρωμαίοι. Τελικώς με την Συνθήκη της Ράντειας το 63 μ.Χ. θα συναφθεί ειρήνη, ο Τιγράνης VI θα εκθρονισθεί, η Αρμενία θα περάσει στην σφαίρα επιρροής των Πάρθων και ο Νέρων θα αναγκασθεί να δεχθεί την άνοδο στον θρόνο της Αρμενίας του Τιριδάτη Ι (63-96; μ.Χ.) υπό τον όρο να μεταβεί στην Ρώμη και να στεφθεί βασιλιάς από τον ίδιο, όπως και έγινε (66 μ.Χ).
Η Αρμενία, κάτω από την νέα Δυναστεία των Αρσακιδών (Arshakuni Dynasty) θα απολαύσει αρχικά σχεδόν μισόν αιώνα ειρήνης, που θα διακοπεί για λίγο το 78/79 μ.Χ. όταν θα σημειωθεί μια επιδρομή του πολεμοχαρούς και επίφοβου σαρματικού φύλου των Αλανών, στην διάρκεια της οποίας ο Τιριδάτης Ι, κινδύνεψε να αιχμαλωτισθεί.

Η Αρμενία των Αρσακιδών

Γύρω στο 96 μ.Χ. στον θρόνο της Αρμενίας βρίσκεται ο Σανατρούκης (Sanatruk), για τον οποίον υπάρχουν κάποιες πληροφορίες που αναφέρονται στα ελάχιστα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί από το έργο του Αρριανού «Παρθικά».
Το 110 μ.Χ. στον θρόνο θα ανέλθει ο Αξιδάρης (Ashkhadar), γιος του βασιλιά των Πάρθων Πάκωρου (78-80 και 81-105 μ.Χ.). Ένα ανακτορικό πραξικόπημα θα ανατρέψει τον διάδοχο του Πάκωρου, τον Βολογάση ΙΙΙ (105-109 μ.Χ.) και θα ανεβάσει στον θρόνο του Βασιλείου των Πάρθων τον Οσρόη (109/110-130 μ.Χ.). Η αλλαγή αυτή όμως θα έχει ως συνέπεια και την απομάκρυνση του Αξιδάρη και την αντικατάστασή του στον θρόνο της Αρμενίας από τον νεώτερο αδελφό του, τον Παρθαμασίρη (Partamasir).
Αυτή υπήρξε και η αφορμή που αναζητούσε ο ικανός Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός (98-117), ο οποίος επεδίωκε την ανατροπή της δυσμενούς για τα ρωμαϊκά συμφέροντα Συνθήκης της Ράντειας που αναφέραμε παραπάνω.
Το 114 ο Τραϊανός θα εισβάλει στην περιοχή, θα κυριεύσει τα Αρσαμόσατα και στην συνέχεια ολόκληρη την Αρμενία. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Δίων Κάσσιος (LXVIII 18. 2), ο Τραϊανός θα επισκεφθεί την Μελιτηνή και την Μικρή Αρμενία (στα ΒΔ της Μεγάλης Αρμενίας, μεταξύ Πόντου και Καππαδοκίας), καθώς και περιοχές του Καυκάσου, όπου θα επισφραγίσει τις καλές σχέσεις της Ρώμης με τους βασιλείς της Ιβηρίας, της Κολχίδος, των "Σαρματών" (προφανώς με την ονομασία αυτήν εννοούνται οι Αλανοί, ένα από τα σαρματικά φύλα) και των Ηνιόχων.
Τέλος, θα δεχθεί να συναντήσει τον Παρθαμασίρη, στον οποίον αρνήθηκε το στέμμα της Αρμενίας, διατάζοντας πιθανόν την δολοφονία του, που έγινε από έναν Ρωμαίο, επικεφαλής της συνοδείας του Παρθαμασίρη. Η Αρμενία θα ενσωματωθεί σε μια τεράστια Επαρχία που δημιούργησε ο Τραϊανός, η οποία περιελάμβανε επίσης την Καππαδοκία και την Μικρή Αρμενία. Αυτές όμως οι διευθετήσεις που επέβαλαν οι Ρωμαϊκές επιτυχίες δεν θα διατηρηθούν για πολύ και το 116 μ.Χ. θα ξεσπάσει μια ευρύτατη εξέγερση που θα φέρει στον θρόνο τον γιο του προαναφερθέντα Σανατρούκη, τον Βολογάση I (Vologases, Vagharsh).
Το 135/136 μ.Χ. θα σημειωθεί και πάλι μια μεγάλης κλίμακας εισβολή Αλανών στην Αρμενία και στις γειτονικές της χώρες, Αλβανία, Ατροπατινή Μηδία και Καππαδοκία, την οποία υπέθαλψε, όπως φαίνεται, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας.
Ο Βολογάσης I θα επιτύχει να πείσει τελικά τους Αλανούς να αποχωρήσουν, προσφέροντάς τους πλούσια δώρα και σύμφωνα με την παράδοση, θα πάρει ως σύζυγο την κόρη του Αλανού βασιλιά, βοηθώντας μάλιστα αργότερα τον αδελφό της να κερδίσει τον θρόνο των Αλανών.
Φαίνεται ότι αυτός ο θρυλικός γάμος βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, παρ’ όλο που οι ερευνητές δεν έχουν αποσαφηνίσει σε ποιόν ηγεμόνα αντιστοιχεί ο «Βολόγαισος» της παράδοσης που αναφέρεται από τον περίφημο Αρμένιο ιστορικό του 8ου αιώνα μ.Χ. Μωυσή της Χωρηνής. Είναι εξ άλλου γνωστό ότι οι μεγάλες φεουδαρχικές οικογένειες των Αραβελιάν και Ντιμακσιάν του 7ου αιώνα μ.Χ. θεωρούνται ως Αλανικής βασιλικής καταγωγής (βλ. Redgate 2000 σελ. 101).
Τα επόμενα εκατό χρόνια περίπου, θα κυλήσουν με συνεχείς πολέμους μεταξύ Ρωμαίων και Πάρθων και η Αρμενία, όπως ήταν αναμενόμενο, σχεδόν πάντα αποτελούσε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων.
Οι Αρμένιοι θα εκχριστιανισθούν στις αρχές του 4ο αιώνα (το 301 σύμφωνα με την παράδοση και το 314 σύμφωνα με τις νεώτερες επιστημονικές απόψεις), στην διάρκεια της βασιλείας του Τιριδάτη IV (298/299-330).
Παλαιότερα και μέχρι το 1970 περίπου, υπήρχε αρκετή σύγχυση ως προς τα γεγονότα και τα πρόσωπα του δεύτερου μισού του 3ου αιώνα μ.Χ. και αυτός είναι ο λόγος που ο Τιριδάτης IV αναφερόταν ως Τιριδάτης ΙΙΙ (βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, καθώς και Jean-Pierre Alem: Η Αρμενία 1973). Η νεώτερη έρευνα ξεκαθάρισε πλέον τα πράγματα (βλ. Toumanoff, C. 1969 “The third-century Arsacids”, αναφέρεται στο Α.Ε. Redgate, 2000), με αποτέλεσμα να έχει αποκατασταθεί η σωστή σειρά των ηγεμόνων της Αρμενίας στην παραπάνω περίοδο. Έτσι, ξεκινώντας από τον Τιριδάτη ΙΙ (218-253 μ.Χ.), γνωρίζουμε ότι αυτός έλαβε το στέμμα της Αρμενίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μακρίνο (Macrinus 217-218 μ.Χ.), μετά από την Συνθήκη Ειρήνης του 218 μεταξύ Ρώμης και Πάρθων.
Το 224 ο τελευταίος Αρσακίδης βασιλεύς των Πάρθων, Αρτάβανος IV θα εκθρονισθεί από τον Αρντασσίρ Ι (Ardashir = Αρταξέρξης), τον ιδρυτή της Δυναστείας των Σασσανιδών στην Περσία.
Ο Τιριδάτης ΙΙ, ανήκοντας στον ίδιο κλάδο (Αρσακίδες) με την βασιλική οικογένεια των Πάρθων και όντας μάλιστα ανιψιός του Αρτάβανου IV, θα κηρύξει τον πόλεμο στους Σασσανίδες, έχοντας την υποστήριξη των Μήδων της Ατροπατινής Μηδίας και θα επιχειρήσει να επαναφέρει στον θρόνο τον Αρταβάσδη, γιο του Αρτάβανου IV (βλ. Καταγ. Αρ. τομ. Α΄ τ. 2 – Κεφ. 7 ε΄). Ο Τιριδάτης ΙΙ όχι μόνον θα αποτύχει στις προσπάθειές του αυτές, αλλά θα χάσει τελικά και τον θρόνο του αφού ολόκληρη η Αρμενία θα υποταχθεί το 253 στον Σασσανίδη βασιλιά Σαπώρ Ι (Shapur 241-272).
Ο Σαπώρ Ι θα τοποθετήσει στον θρόνο της Αρμενίας τον γιο του Ορμίσδα (253-272), ο οποίος μετά την άνοδό του στον περσικό θρόνο ως Ορμίσδας Ι (Hormizd 272-273), θα εγκαταστήσει στον θρόνο της Αρμενίας τον αδελφό του, Ναρσή (Narseh). Το 279/280 ο Ναρσής, μετά την ήττα του Σασσανίδη βασιλιά Βαραράνη ΙΙ (Bahram 276-293) από τους Ρωμαίους, θα εξαναγκασθεί να παραχωρήσει την Δυτική Αρμενία στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Πρόβο (Probus 276-282), ο οποίος θα τοποθετήσει ως ηγεμόνα της τον γιο του Τιριδάτη ΙΙ, τον Χοσρόη ΙΙ (Khosrov 279/280-287).
Ο Χοσρόης θα δολοφονηθεί και θα αντικατασταθεί από τον αδελφό του, τον Τιριδάτη ΙΙΙ (287-298), ο οποίος θα επιχειρήσει να αποσπάσει και την υπόλοιπη Αρμενία από τον Ναρσή, που έχοντας εκθρονίσει τον Βαραράνη ΙΙΙ (293), είχε στεφθεί βασιλιάς της Περσίας (293-302). Ο Ναρσής το 298 μ.Χ. θα ηττηθεί από τους Ρωμαίους και με την Συνθήκη της Νίσιβης* (298 ή 299) που συνομολόγησε με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305), θα παραιτηθεί από οποιαδήποτε διεκδίκηση επί του θρόνου της Αρμενίας.

________________________________________
(*) Η αρχαία πόλη Νίσιβις (αρχ. Ασσυρ. Nasipina/Naşibina, Αραβ. Nisibin, Κουρδ. Nisebin, Τουρκ. Nusaybin και πρόσφατα, στα πλαίσια του πλήρους εκτουρκισμού της περιοχής, Bahçebaşi), στον άνω ρου του μεγαλύτερου παραπόταμου του Ευφράτη, του Χαμπούρ (Habur, Khabur), αναφέρεται για πρώτη φορά στα τέλη του 10ου αιώνα π.Χ. στην διάρκεια της βασιλείας του τελευταίου αυτοκράτορα της Αρχαίας Ασσυριακής αυτοκρατορίας Τιγλάθ-πιλεσέρ ΙΙ (Tiglath-pileser, 967-935), σε σχέση με τις πρώτες εγκαταστάσεις Αραμαίων νομάδων στην περιοχή. Ο Σέλευκος Β΄ (246-225 π.Χ.) θα την μετονομάσει σε Αντιόχεια της Μυγδονίας, προς τιμήν του πατέρα του Αντίοχου Β΄. Αργότερα πέρασε στην εξουσία των Πάρθων και θα αναδειχθεί σε σπουδαίο εμπορικό και στρατηγικό κέντρο. Κατακτήθηκε στην συνέχεια από τους Ρωμαίους, οι οποίοι εγκατέστησαν αποικία και σημαντικό οχυρό των ανατολικότατων συνόρων τους. Θα περάσει αργότερα στα χέρια των Σασσανιδών (363 μ.Χ.) μετά τον θάνατο στην μάχη της Νίσιβης του αυτοκράτορα Ιουλιανού και τελικώς θα καταληφθεί από τους Άραβες (639 μ.Χ.). Υπήρξε σπουδαιότατο κέντρο του χριστιανισμού και καταφύγιο των Νεστοριανών διδασκάλων, ιδίως μετά από το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής στην Έδεσσα (της Μεσοποταμίας) το 489 μ.Χ. όπου είχαν επικρατήσει οι Μονοφυσίτες οπαδοί του Νεστορίου. Περίφημη υπήρξε η «Σχολή της Νισίβεως», η οποία ιδρύθηκε από Νεστοριανούς κατά το πρότυπο της Σχολής της Εδέσσης. Σήμερα η Νίσιβις είναι μια μικρή κωμόπολη που ανήκει διοικητικά στην Τουρκία, πολύ κοντά στα σύνορά της με την Συρία. Έχει αραβόφωνο πληθυσμό μουσουλμάνων και νεστοριανών χριστιανών. Οι τελευταίοι αποκαλούνται «Ασσύριοι» χωρίς βεβαίως να έχουν σχέση άμεσης καταγωγής με τους αρχαίους Ασσυρίους.
______________________________________________________________


Ο Διοκλητιανός θα τοποθετήσει τότε στον θρόνο της, τον γιο του δολοφονηθέντος Χοσρόη ΙΙ, τον Τιριδάτη (που είχε καταφέρει να διαφύγει στους Ρωμαίους μετά την δολοφονία του πατέρα του και να σταδιοδρομήσει στον ρωμαϊκό στρατό), που θα βασιλεύσει ως Τιριδάτης IV (298/299-330). Τα γεγονότα της μεταστροφής και του προσηλυτισμού του Τιριδάτη IV στον Χριστιανισμό μας είναι γνωστά από τα κείμενα του Αρμένιου ιστοριογράφου με το όνομα Αγαθάγγελος, που έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και ο οποίος γύρω στο 460 (βλ. Redgate 2000, σελ. 108) συνέγραψε μια «Ιστορία των Αρμενίων» στα ελληνικά. Το έργο του αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών όχι μόνον για τα γεγονότα του 3ου μ.Χ. αιώνα, αλλά και για την προ-χριστιανική θρησκεία της Αρμενίας.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις του Αγαθάγγελου, αλλά και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από άλλες πηγές, η επικράτηση του Χριστιανισμού στην Αρμενία και η μεταστροφή του βασιλιά της Τιριδάτη IV, υπήρξαν έργα της μεγαλύτερης προσωπικότητας της χριστιανικής Αρμενίας, του ελληνοσπουδαγμένου Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή. Ο Γρηγόριος, μετά την αποδοχή του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της χώρας, θα αναδειχθεί από μια συνέλευση προκρίτων, ανώτατος ηγέτης της Αρμενικής Εκκλησίας («Καθολικός») και θα χειροτονηθεί από τον Επίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, αρχιερέας της Αρμενίας. Αρχική έδρα του υπήρξε η πόλη Αστισσάτ (Ashtishat), ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Ζωροαστρικής θρησκείας στην Αρμενία, τους ειδωλολατρικούς ναούς της οποίας κατέστρεψε ο Γρηγόριος, σύμφωνα με την παράδοση.
Στην συνέχεια η έδρα του «Καθολικού» θα μεταφερθεί βορειοανατολικά, στην Καινέπολη (=Νέα πόλη), όπως είχε μετονομασθεί από τους Ρωμαίους το 163 μ.Χ. η Βαλαρσσαπάτ (Valarshapat), η πόλη που είχε ιδρύσει πριν από έναν αιώνα περίπου ο Πάρθος βασιλεύς Βολογάσης Ι (=Βαλάρς, στην αρμενική) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Αράξη. Αργότερα θα γίνει γνωστή ως Ετζμιατσίν (Ejmiatsin) και μέχρι σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο θρησκευτικό κέντρο της Γρηγοριανής Εκκλησίας, όπως έγινε γνωστή η Αρμενική Εκκλησία μετά το σχίσμα που την χώρισε από τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες.
Η καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Αρμενίας υπήρξε από τα σημαντικότερα ορόσημα στην Ιστορία της. Καθόρισε αποφασιστικά την πορεία του Αρμενικού λαού στους επόμενους αιώνες και μέχρι σήμερα διεδραμάτισε σοβαρότατο ρόλο στην διατήρηση της ταυτότητας και στην διαμόρφωση του Αρμενικού Έθνους. Ακόμη και η εφεύρεση του αρμενικού αλφαβήτου (βλ. Εικόνα) αποδίδεται παραδοσιακά σε ενέργειες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. μεταξύ του 404 και 406, ο λόγιος μοναχός και μετέπειτα Άγιος Μεσρώπ (Mesrop) με την προτροπή και ενεργό συμπαράσταση του «Καθολικού» Σαχάκ (Sahak), θα δημιουργήσει ένα σύστημα γραφής για τον αρμενικό λαό.
Η νέα γραφή που επεξεργάσθηκε από τον Μεσρώπ στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας [η αρχαία Όρρα-Ourhoi, η ελληνιστική Έδεσσα και μετέπειτα Αντιόχεια Καλλιρρόη, η σημερινή Ούρφα (τουρκ. Sanli Urfa)]. Είναι κτισμένη κοντά στον παραπόταμο του Ευφράτη, τον Μπαλίχ (Balikh), στις όχθες ενός κλάδου του που διαρρέει την πόλη, θυμίζοντας την Έδεσσα της Μακεδονίας], αρχικά είχε 36 γράμματα εμπνευσμένα από το Ελληνικό αλφάβητο. Η παράδοση αναφέρει ότι το αρμενικό αλφάβητο θα τελειοποιηθεί στα Σαμόσατα της Κομμαγηνής, με την συνεργασία ενός Έλληνα γραφέα, πριν διαδοθεί στην Αρμενία.
Ο Άγιος Μεσρώπ θα προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες με την εφεύρεση του αλφάβητου όχι μόνον στην διάδοση του Χριστιανισμού και στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του λαού, αλλά πρωταρχικά στην προσφορά ενός ακόμη στοιχείου της εθνικής ενότητας των Αρμενίων.


Το αρμενικό αλφάβητο

(Από το σχετικό λήμμα του "Λεξικού των Λαών του Αρχαίου Κόσμου", όπου υπάρχουν πληροφορίες για τους λαούς και τα φύλα που μνημονεύονται στην παραπάνω ανάρτηση, καθώς και η βιβλιογραφία)

Δ.Ε.Ε.


Ἀρμένιοι-Armenians-Hayk (1)



Ιστορικός λαός της ανατολικής Μικράς Ασίας, νοτίως του Καυκάσου, του οποίου η χώρα εγκατάστασης (Βλ. Χάρτη) πρωτοεμφανίζεται στις ιστορικές πηγές στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., στην περίφημη τρίγλωσση επιγραφή του Μπεχιστούν (Behistun, γύρω στα 80 χλμ. ΝΔ από την αρχαία πρωτεύουσα των Μήδων, τα Εκβάτανα - σημερινό Χαμαντάν. Βλ. Εικόνα στο λήμμα Πέρσες). Η επιγραφή (*) χαράχτηκε (μάλλον το 521 π.Χ.) με διαταγή του αυτοκράτορα των Περσών Δαρείου Ι (522-486 π.Χ.) στην αρχαία Περσική, την Ελαμιτική και την Βαβυλωνιακή διάλεκτο της Ακκαδικής γλώσσας (αρχαία σημιτική γλώσσα της Μεσοποταμίας, η οποία ανιχνεύεται μέχρι τον 27ο αιώνα π.Χ. και που για αιώνες χρησίμευε ως διπλωματική γλώσσα της Εγγύς Ανατολής) και μνημονεύει τον τρόπο που κατέκτησε τον θρόνο και αποκατέστησε την τάξη στην αυτοκρατορία. Εκεί μεταξύ των άλλων αναφέρει: «…κατέκτησα… τον Πόντο, την Αρμενία…». Στο κείμενο όμως της Ακκαδικής, η χώρα αναφέρεται με το αρχαίο όνομά της, Ουρασστού (Urashtu= Ουραρτού) και όχι Αρμίνα (Armina), όπως στο Περσικό.

______________________________________
(*) Μια αναλυτική περιγραφή της επιγραφής του Behistun/Bisutun [Βαγίστανον όρος, σύμφωνα με τις αρχαιοελληνικές πηγές (Kτησίας ο Κνίδιος), bagastana στην αρχ. Περσική=τόπος των θεών] με πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές υπάρχει στο αξιολογότατο βιβλίο του D. T. Potts: The Archaeology of Elam –“C. U. P.” Cambridge 1999 σελ. 314-317. Ο Potts ακολουθεί τον H. Luschey (“Studien zu dem Darius-Relief von Bisutun, 1968), που ήταν ο πρώτος που απέδειξε ότι η αρχική ελαμιτική επιγραφή (original elamite version) στο μνημείο προηγήθηκε της βαβυλωνιακής και περσικής και ο οποίος την χρονολογεί στο 519 π.Χ. Προσωπικά ακολουθώ τον κορυφαίο Ιρανολόγο Josef Wiesehofer: Ancient Persia – “I. B. Tauris” London 2006 (new ed. Repr.) σελ. 13-18 που τοποθετεί την έναρξη των εργασιών το 521/520 π.Χ. Η επιχειρηματολογία του είναι πιο πειστική.


Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι οι όροι Αρμένιοι και Αρμενία ήσαν σε χρήση στους γειτονικούς λαούς, ενώ οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται με τις ονομασίες Χαΐ = Αρμένιος (Hay) – πληθ. Χαΐκ (Hayk) και Χαϊαστάν (Hayastan) =Αρμενία.
Οι Αρμένιοι μνημονεύονται αργότερα (μέσα 5ου αιώνα π.Χ. περίπου) και από τον Ηρόδοτο, ο οποίος κατέγραψε (Ε΄ 49) τις πληροφορίες του ηγεμόνα της Μιλήτου Αρισταγόρα ότι κατέχουν πολλά κοπάδια «…ούτοι εόντες πολυπρόβατοι…» και ότι είναι υπήκοοι της 13ης φορολογικής περιφέρειας της Περσικής αυτοκρατορίας (Γ΄ 93).
Οι Αρμένιοι θα πάρουν μέρος το 480 π.Χ. στην εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος και με αυτήν την αφορμή αναφέρονται (Ζ΄ 73) και πάλι, με την πρόσθετη πληροφορία ότι είχαν την ίδια στρατιωτική εξάρτηση με τους Φρύγες, διότι ήσαν άποικοί τους: «…εόντες Φρυγών άποικοι…». Η νεώτερη έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η πληροφορία αυτή του Ηροδότου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποτελεί προϊόν σύγχυσης και αδυναμίας σωστής αξιολόγησης εθνο-γλωσσικών σχέσεων και συγγενειών. Αποδείχθηκε έτσι, μετά από νεώτερες μελέτες αρχαιολογικών και ιστορικών ευρημάτων, ότι η διαίρεση των φορολογικών περιφερειών («νομοί») από τον Ηρόδοτο (την οποία πιθανόν είχε παραλάβει από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο) και η αναφορά του στους λαούς που περιελάμβαναν, δεν ήσαν αξιόπιστες. Υποστηρίχθηκε λοιπόν (Herzfeld, 1968), ότι στην πραγματικότητα η 13η περιφέρεια που μνημονεύει ο Ηρόδοτος («…Πακτυϊκή, Αρμένιοι και γειτονικοί λαοί μέχρι τον Εύξεινο…»), μαζί με την 18η («…Ματιηνοί, Σάσπειρες και Αλαρόδιοι…»), καθώς και τμήμα της 19ης («…Μόσχοι, Τιβαρηνοί, Μάκρωνες, Μοσσύνοικοι και Μάρες…»), αποτελούσαν μια και μοναδική περιφέρεια που κάλυπτε περίπου τα όρια του αρχαίου Βασιλείου της Ουραρτού (βλ. λήμμα Ουράρτιοι στο Δ. Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου»=ΛΛΑΚ). Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε χώρα Πακτυϊκή και ότι οι Πάκτυες ήσαν στην πραγματικότητα ένα φύλο που εντοπίζεται στην περιοχή ανατολικά της Καμπούλ, της πρωτεύουσας του σημερινού κράτους του Αφγανιστάν. Τέλος, η περιοχή της Ματιηνής φαίνεται ότι δεν ανήκε στην περιφέρεια αυτήν, αλλά μάλλον στην περιφέρεια της Μηδίας (Herzfeld, 1968).
Ένας άλλος αρχαίος γεωγράφος και μαθηματικός ο Εύδοξος ο Κνίδιος, στο έργο του «Γης περίοδος», αναφέρεται (μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.) στην σχέση μεταξύ Φρυγών και Αρμενίων, σύμφωνα με απόσπασμά του που παραθέτει ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα: «…Αρμένιοι δε το μεν γένος εκ Φρυγίας και τη φωνή πολλά φρυγίζουσι…».
Για το θέμα όμως της καταγωγής των Αρμενίων και των συγγενειών τους με γειτονικούς λαούς θα επανέλθουμε στην συνέχεια.
Ο Στράβων τέλος, παρέχει ένα πλήθος πληροφοριών σχετικά με τους Αρμένιους και την χώρα τους, αφιερώνοντας ένα ολόκληρο Κεφάλαιο του Ενδέκατου Βιβλίου των «Γεωγραφικών» (ΙΑ΄ XIV. 1-16).
Αξιοπερίεργη είναι η αναφορά του στην «Αρχαιολογία» (=αρχαία ιστορία), της Αρμενίας όπου καταγράφονται οι ισχυρισμοί κάποιων Θεσσαλών (Μήδιος από την Λάρισα και Κυρσίλος από τα Φάρσαλα), που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ότι η ονομασία της προήλθε από κάποιον Θεσσαλό (ή Ρόδιο, όπως αναφέρει ο Στεφ. Βυζ.) Άρμενο, ο οποίος «…συνεστράτευσεν Ιάσονι εις την Αρμενίαν…» και από αυτόν πήρε το όνομά της η χώρα. Οι ίδιες διηγήσεις υποστηρίζουν ότι από τους συντρόφους του Άρμενου, άλλοι κατοίκησαν στην Ακιλισηνή, που μέχρι τότε κατείχαν οι Σωφηνοί και άλλοι την ΣυσπιρίτιδαΣασπειρίτιδα) χώρα (που κατοικούσαν οι Σάσπειρες του Ηροδότου), έως την Καλαχηνή και την Αδιαβηνή, έξω από τα όρια της Αρμενίας (βλ. Χάρτη). Επί πλέον αναφέρει και τον ισχυρισμό ότι τα ρούχα των Αρμενίων θεωρούνται επίσης Θεσσαλικής προέλευσης. Τέλος, μια άλλη αξιοπερίεργη αναφορά, είναι και η καταγραφή της παράδοσης που θέλει το όνομα του ποταμού Αράξη να προέρχεται από το παλαιότερο όνομα του Πηνειού της Θεσσαλίας, ο οποίος κατά τον Στράβωνα ονομαζόταν αρχικά Αράξης, που σημαίνει «σχίστης», επειδή διαχώρισε «…απαράξαι…» την Όσσα από τον Όλυμπο και το ρήγμα ονομάσθηκε Τέμπη.
Οι νεώτερες απόψεις σχετικά με την εθνογένεση και καταγωγή των Αρμενίων, έχουν πλέον ξεκαθαρίσει ότι η παλαιότερη θεωρία που πίστευε ότι αποτελούσαν ένα από τα Ιρανικά φύλα της περιοχής, πρέπει να απορριφθεί οριστικώς.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ερευνητές έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα στο ακανθώδες και πολύπλοκο ζήτημα της εθνογένεσης του Αρμενικού λαού. Εκείνο που δυσκολεύει την έρευνα είναι ότι το οροπέδιο της Αρμενίας είχε κατοικηθεί πριν από την εμφάνιση των Πρωτο-Αρμενίων, από Χουρριτικά και Αριοευρωπαϊκά φύλα (Λούβιοι, Χετταίοι). Υπενθυμίζουμε ότι οι Χουρρίτες, ένας μη-Αριοευρωπαϊκός και μη-Σημιτικός λαός της Εγγύς Ανατολής, είχαν εγκατασταθεί, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, στις περιοχές νοτίως της λίμνης Βαν (Van, η Θωσπίτις των αρχαιοελληνικών πηγών), στα τέλη της 3ης χιλιετίας (2300 π.Χ.) και ίσως λίγο νωρίτερα. Θα προωθηθούν στην συνέχεια νοτιότερα, ακολουθώντας τον ρου του ποταμού Τίγρη και θα εξαπλωθούν σε ολόκληρη την βόρεια Μεσοποταμία στην διάρκεια της 2ης χιλιετίας. Από την αρχή σχεδόν αυτών των μετακινήσεων και εγκαταστάσεων, θα επηρεαστούν βαθύτατα από τον Σουμεριακό πολιτισμό (βλ. λήμμα Σουμέριοι στο Λ.Λ.Α.Κ.), καθώς και από τους Σημίτες Ακκάδιους, οι οποίοι κάτω από την ηγεσία του περίφημου Σαργών (Sargon, Sharru-kin) της Ακκάδ, θα κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Μεσοποταμία, αλλά και σε μεγάλο τμήμα της Μέσης Ανατολής (Ακκαδική Δυναστεία, 2371-2230 π.Χ.).
Οι Χουρρίτες θα διαδραματίσουν σοβαρότατο ρόλο στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. μεταδίδοντας πολιτιστικά στοιχεία στις περιοχές της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Στο ισχυρό Βασίλειο του Μιταννί (με κέντρο την περιοχή στο τρίγωνο του άνω Χαμπούρ, παραπόταμου του Ευφράτη), που ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα π.Χ. κάτω από μια Ινδοάρια Δυναστεία, θα αποτελέσουν την ηγετική και πιθανόν την πολυπληθέστερη ομάδα του πληθυσμού (βλ. Καταγ. Αρ. – Τομ. Α΄ τ. 1 Κεφ. 4 η΄). Το Βασίλειο του Μιταννί θα υποκύψει τελικά στην επιθετικότητα δύο ικανών Ασσυρίων αυτοκρατόρων, του Σσαλμανεσέρ Ι (Shalmaneser 1274-1245 π.Χ.) και του διαδόχου του, Τουκούλτι-Nινούρτα I (Tukulti-Ninurta 1244-1208 π.Χ.), αλλά η οριστική εξαφάνισή του θα σημειωθεί λίγο αργότερα, στο χάος που δημιούργησαν οι εκτεταμένες μετακινήσεις λαών γύρω στο 1200 π.Χ. σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο (βλ. Καταγ. Αρ. – Α΄ τ. 2 Κεφ. 6 «Οι Λαοί της Θάλασσας»).
Λίγο πριν από τα γεγονότα αυτά, στα μέσα περίπου του 13ου αιώνα π.Χ. και στην περιοχή δυτικά από την λίμνη Βαν μέχρι τις πηγές του Μεγάλου Ζαμπ, παραπόταμου του Τίγρη (βλ. Χάρτη), εμφανίζεται για πρώτη φορά η ονομασία μιας νέας χώρας στις ασσυριακές επιγραφές, της «Ουρουάτρι» (Redgate, 2000), την οποία ισχυρίζεται ότι κατέκτησε ο Σσαλμανεσέρ Ι. Όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές αυτή είναι η πρώτη ένδειξη ύπαρξης του λαού της Ουραρτού.
Η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα και κυρίως οι μελέτες του μεγάλου Ρώσσου γλωσσολόγου Ιγκόρ Ντιακόνωφ (Igor M. Diakonoff), έδειξαν ότι η γλώσσα των Ουραρτίων και των Χουρριτών ήσαν στενά συγγενείς και σχετίζονται με τις σημερινές Καυκασιανές γλώσσες της Βορειο-ανατολικής Ομάδας (Veinakh group). Επί πλέον απεδείχθη ότι η Ουραρτιανή γλώσσα δεν υπήρξε μια νεώτερη συνέχεια της Χουρριτικής, αλλά οι δύο γλώσσες αποτελούν δύο ανεξάρτητους κλάδους που εξελίχθηκαν από μια προγονική γλώσσα (Πρωτο-Χουρριτο-Ουραρτιανή, Proto-Hurrian-Urartian), η οποία διασπάσθηκε στους δύο προαναφερθέντες κλάδους ήδη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Επανερχόμενοι στο ζήτημα της εθνογένεσης των Αρμενίων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι απόψεις των ερευνητών δεν είναι ξεκαθαρισμένες, όπως ήδη τονίσαμε. Όλοι όμως συμφωνούν ότι η εμφάνιση των Πρωτο-Αρμενίων στις περιοχές δυτικά από την λίμνη Βαν, συνδέεται με την μεγάλη Φρυγική μετανάστευση από την ΝΑ Ευρώπη στην Μικρά Ασία, η οποία χρονολογείται στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα π.Χ. (βλ. λήμμα Φρύγες στο ΛΛΑΚ). Τα φρυγικά και θρακικά φύλα που πήραν μέρος στην εισβολή, φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Τρωάδα και στις γύρω περιοχές. Σύντομα όμως, ο κύριος όγκος των Φρυγών θα συνεχίσει προς τα ανατολικά, προκαλώντας (κατά την επικρατέστερη άποψη) ή απλώς επωφελούμενοι (κατά μία άλλη εκδοχή), από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Ένα μεγάλο μέρος των Φρυγών θα εγκατασταθεί στην περιοχή του ποταμού Σαγγάριου, όπου αργότερα η πόλη Γόρδιον θα αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Φρυγικού Βασιλείου. Η περιοχή θα ονομασθεί Φρυγία.
Φαίνεται όμως ότι ένα τμήμα των εισβολέων θα συνεχίσει την πορεία προς τα ανατολικά και στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα π.Χ. θα φθάσει στα σύνορα της Ασσυριακής επικράτειας. Αυτό προκύπτει από τα ασσυριακά Αρχεία της εποχής, από τα οποία πληροφορούμαστε ότι (γύρω στο 1160 π.Χ.) ένας μεγάλος στρατός των Μούσκι (Mushki), προερχόμενος από την κατεύθυνση της Μ. Ασίας, αφού διασχίσει τα βουνά του Ταύρου, θα καταλάβει περιοχές της Ασσυριακής επικράτειας, όπου θα εγκατασταθούν. Οι ασσυριακές πηγές αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι εισβολείς κατέλαβαν τα υποτελή στους Ασσύριους βασίλεια του Άλζι (Alzi/Alshe) και Πουρουλούμζι (Purulumzi/Purukuzi), στα οποία εγκαταστάθηκαν (βλ. Χάρτη). Το βασίλειο του Άλζι γνωρίζουμε σήμερα ότι περιελάμβανε τις εκτάσεις δυτικά της λίμνης Βαν, στην συμβολή του άνω ρου του Ευφράτη με τον παραπόταμό του Αρσανία (σημερ. Murat Su).
Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα, το έτος 1115 π.Χ. τα ασσυριακά στρατεύματα κάτω από την διοίκηση του νέου αυτοκράτορά τους, Τιγλάθ-Φαλασάρ Ι (Tiglath-pileser 1115-1077 π.Χ.), θα νικήσουν αποφασιστικά και θα ανακόψουν την επιδρομή μιας μεγάλης στρατιάς («20.000 άνδρες», αναφέρουν τα Αρχεία) Μούσκι σε μια θέση στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, ΒΔ της τότε ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευΐ και θα συλληφθούν 6.000 αιχμάλωτοι, οι οποίοι θα μεταφερθούν πιθανόν στην ΒΑ Συρία (C.A.H. Vol. II part 2, σελ. 421 και 457-458).
Σύγχρονοι ερευνητές (Diakonoff 1984, Redgate 2000), υποστηρίζουν ότι στις μετακινήσεις των Μούσκι συμμετείχαν και ορισμένα φύλα που χαρακτηρίζονται ως «Πρωτο-Αρμένιοι», τα οποία όμως δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν με τα φρυγικά φύλα που αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Μούσκι. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από νεώτερες γλωσσολογικές έρευνες οι οποίες απέδειξαν ότι:
α. Η αρχαία Αρμενική γλώσσα (Old Armenian) δεν σχετίζεται και είναι αδύνατον να προήλθε από την Φρυγική, λόγω σημαντικών γλωσσολογικών διαφορών. Παρ’ όλο που και οι δύο ανήκουν στις λεγόμενες «μη – Μικρασιατικές» Αριοευρωπαϊκές γλώσσες, ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Η Φρυγική είναι γλώσσα centum, όπως η Ελληνική, η Λατινική κ.λ.π. ενώ η Αρμενική ανήκει στις γλώσσες satem, όπως οι Ιρανικές και οι Ινδοάριες (Σανσκριτική κ.λ.π.) γλώσσες, καθώς και η αρχαία Θρακική.
β. Η Αρμενική δεν έχει σχέση με τις αρχαίες Μικρασιατικές Αριοευρωπαϊκές γλώσσες όπως η Χιττιτική, η Λουβική και η Παλαϊκή, ούτε βέβαια και με τις γλώσσες που προήλθαν από αυτές όπως η Λυκιακή, η Λυδική και η Καρική.
γ. Εικάζεται ότι η αρχαία Αρμενική ανήκε σε έναν κλάδο της Θρακικής ομάδας, αλλά λόγω των περιορισμένων γνώσεών μας για τις αρχαίες θρακικές διαλέκτους, είναι αδύνατον να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα.
Ορισμένοι ερευνητές πίστευαν μέχρι σχετικώς πρόσφατα (βλ. Jean-Pierre Alem: Η Αρμενία 1973), ότι οι «Πρωτο-Αρμένιοι» συμμετείχαν μεν στην μεγάλη ομάδα των φρυγικών και θρακικών φύλων που εισέβαλαν στα τέλη του 13ου αιώνα στην Μικρά Ασία, αλλά παρέμειναν αρχικά κάπου στην δυτική ή κεντρική Μ. Ασία και από εκεί μετακινήθηκαν προς τις ανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας, μόνον μετά την κατάρρευση του Φρυγικού Βασιλείου που προκλήθηκε από τις επιδρομές των Κιμμερίων, το πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ.
Σήμερα, οι απόψεις για την πρώϊμη εγκατάσταση πρωτο-αρμενικών φύλων στις βορειοανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας είναι οι επικρατέστερες και όλα τα νεώτερα στοιχεία τείνουν να ενισχύσουν αυτήν την θεωρία. Επί πλέον κάποια ψήγματα αλήθειας, που ανταποκρίνονται μάλλον σε πραγματικά γεγονότα, ενυπάρχουν και στις αρχαιοελληνικές πηγές. Οι ερευνητές δέχονται ότι οι καταγραφές του Στράβωνος, για τις εγκαταστάσεις του Άρμενου και των συντρόφων του που προαναφέραμε, έχουν κάποια ιστορική βάση, εφ’ όσον βεβαίως προηγουμένως γίνει ένα προσεκτικό ξεκαθάρισμα από τα διάφορα μυθεύματα και τους ανυπόστατους ισχυρισμούς που περιέχονται στην διήγηση.
Έτσι, οι μνημονευόμενες εγκαταστάσεις στην Ακιλισηνή και την Συσπιρίτιδα θεωρούνται πλέον ότι επιβεβαιώνουν τις αναφορές των ασσυριακών πηγών για τους εισβολείς Μούσκι που κατέλαβαν τα υποτελή στους Ασσυρίους βασίλεια του Άλζι (Alzi/Alshe) και Πουρουλούμζι (Purulumzi) και στα οποία εγκαταστάθηκαν.
Πραγματικά, η Ακιλισηνή ήταν η περιοχή γύρω από την σημερινή πόλη του Ερζιντζάν (Erzincan) στο τελευταίο τμήμα του Ευφράτη μέχρι τις πηγές του (σημερ. Kara Su), όπου λίγο νοτιότερα, τοποθετείται από τους ερευνητές το βασίλειο του Άλζι, των ασσυριακών πηγών του 12ου αιώνα π.Χ. όπως σημειώσαμε. Η Συσπιρίτις χώρα, στα βορειοανατολικά της Ακιλησινής, αντιστοιχεί πιθανόν στο βασίλειο Πουρουλούμζι.
Δυστυχώς, για τους επόμενους δύο περίπου αιώνες, δεν διαθέτουμε πληροφορίες σχετικά με τις μετακινήσεις και εγκαταστάσεις των Πρωτο-Αρμενικών φύλων.
Τον 9ο αιώνα π.Χ. όμως, τα ασσυριακά Αρχεία καταγράφουν τις επιτυχημένες πολεμικές επιχειρήσεις του αυτοκράτορα Τουκούλτι-Νινούρτα ΙΙ (890-884 π.Χ.) εναντίον τους και τα λάφυρα που απέσπασε, καθώς και τον φόρο σε μέταλλα, ζώα, και κρασί που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην συνέχεια στον διάδοχό του Ασσουρνασιρπάλ ΙΙ (883-859 π.Χ.).
Από τις πληροφορίες αυτές οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα έχουν πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, μια περιοχή που μνημονεύεται με το όνομα Σουμπρία (Shubria). Στα ΒΑ αυτού του βασιλείου τοποθετείται η χώρα της Άρμε ή Ούρμε (Arme/Urme), ενώ στα ΒΔ η χώρα Άλζι (Alzi/Alshe) και το ομώνυμο βασίλειο στο οποίο είχαμε αναφερθεί παραπάνω (βλ. Χάρτη).
Νεώτερα όμως στοιχεία και πληροφορίες, υποδεικνύουν ότι η περιοχή όπου επίσης είχαν εγκατασταθεί ήδη Πρωτο-Αρμενικά φύλα, ήσαν και οι εκτάσεις στα δυτικά αυτών των χωρών, πέρα από τις δυτικές όχθες του άνω Ευφράτη και γύρω από την πόλη Μελίντ (Melid = Μελιτηνή, σημερ. Μαλατυά-Malatya) της Καππαδοκίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου Νεο-χιττιτικού κρατιδίου (βλ. Καταγ. Αρ. – τομ. Α΄ τ. 2 - Κεφ. 5, ια΄: Τα Νεοχιττιτικά Κράτη).
Οι κάτοικοι της περιοχής ήσαν Λούβιοι και θα συγχωνευθούν βαθμιαία με τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα τους επόμενους αιώνες, στην διάρκεια των οποίων αυτές οι περιοχές θα αποτελέσουν τμήμα του περίφημου Βασιλείου της Ουραρτού (βλ. λήμμα Ουράρτιοι).
Στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. το βασίλειο του Άλζι θα κατακτηθεί από τον Ασσύριο αυτοκράτορα Σσαλμανεσέρ ΙΙΙ (858-824 π.Χ.), για να ενσωματωθεί στην συνέχεια από τον Βασιλέα της Ουραρτού Μενούα (810-786) στην επικράτειά του.
Στην διάρκεια της βασιλείας του Αργίσστη Ι (786-764 π.Χ.), από τις περιοχές της Μελιτηνής και Άλζι, θα μεταφερθούν 6600 αιχμάλωτοι από τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα που ήσαν εγκατεστημένα εκεί, στην πόλη του Ερεμπουνί (Erebuni), μεταξύ της λίμνης Σεβάν και ενός παραπόταμου του Αράξη. Η πόλη αυτή θα εξελιχθεί αργότερα στην σημερινή πρωτεύουσα του κράτους της Αρμενίας, το Εριβάν.
Η περίοδος από την ίδρυση (μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. περίπου) μέχρι την τελική πτώση και την μετέπειτα τελική κατάκτηση της περιοχής της Ουραρτού από τους Μήδους (590 π.Χ.), αποτελεί την σημαντικότερη φάση της Ιστορίας του Αρμενικού λαού από την άποψη της εθνολογικής του διαμόρφωσης. Η Ιστορία των Αρμενίων είναι συνυφασμένη απόλυτα αυτούς τους αιώνες με τις τύχες του Βασιλείου της Ουραρτού.
Ουσιαστικά ο Αρμενικός λαός διαμορφώθηκε από την συγχώνευση των Πρωτο-Αρμενικών φύλων με τους Χουρριτο-Ουράρτιους που ήσαν εγκατεστημένοι στις περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν. Αν προσθέσουμε σε αυτούς και τα Χιττιτο-Λουβικά φύλα των γειτονικών περιοχών (π.χ. Μελιτηνή), που απορροφήθηκαν κατά καιρούς στην περίοδο των αρχικών εγκαταστάσεων, καθώς και κάποια φρυγικά στοιχεία ακόμη παλαιότερα, τότε θα έχουμε μια πλήρη εικόνα του ανθρωπολογικού μωσαϊκού από το οποίο προέκυψε ο Αρμενικός λαός.
Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψη εάν δεν προσθέταμε και τις σημαντικότατες επιδράσεις του Ιρανικού στοιχείου (Μήδοι, Πέρσες, Σκύθες, Πάρθοι κ.λ.π.) στην οριστική διαμόρφωση του Αρμενικού έθνους, όχι τόσο στο ανθρωπολογικό όσο στο πολιτιστικό και γλωσσικό επίπεδο, οι οποίες έλαβαν χώρα στην διάρκεια των αιώνων της Μηδικής και Περσικής κυριαρχίας στην Αρμενία, καθώς και της Παρθικής Δυναστείας (Αρσακίδες). Πρόσφατη σχετικά έρευνα (P. Considine, 1979 - αναφέρεται από την Α. Ε. Redgate, 2000), προσδιορίζει σε 1000 περίπου τις λέξεις στην Αρμενική γλώσσα, τόσο του καθημερινού λεξιλογίου, όσο και πιο εξειδικευμένες, που έχουν Ιρανική προέλευση (ειδικότερα από την Μέση Ιρανική). Σημαντικές επίσης γλωσσικές επιδράσεις θα δεχθεί η Αρμενική και από την Ελληνική, οι οποίες αρχίζουν από τους Ελληνιστικούς χρόνους και θα ενταθούν την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και τα Πρωτο-Γεωργιανά φύλα που απορροφήθηκαν από τους Αρμένιους στην διάρκεια των Κλασσικών, Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων και τα οποία σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία (Α. Ε. Redgate 2000, σελ. 57-58) ήσαν οι Μόσχοι, οι Μάκρωνες, οι Μοσσύνοικοι, οι Τιβαρηνοί και οι Σάσπειρες. (Βλ. λεπτομέρειες για τα φύλα αυτά στο Λ.Λ.Α.Κ.).
Στην διάρκεια των τριών περίπου αιώνων της Μηδικής και Περσικής κυριαρχίας, οι Αρμένιοι θα διαμορφώσουν βαθμιαία την ανθρωπολογική και εθνική τους φυσιογνωμία. Για την περίοδο αυτήν σημαντικές είναι οι πληροφορίες που κατέγραψε (γύρω στο 380 π.Χ.) ο Ξενοφών στην «Κύρου Ανάβαση» (Δ΄ ΙV. 1-22 και V. 1-36) για τους λαούς της περιοχής της ΒΑ Μικράς Ασίας, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται και οι Αρμένιοι.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των αρχαίων πηγών (κυρίως την Επιτομή του Ιουστίνου ΧΧΧVΙΙΙ vii. 2), φαίνεται ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την κατάκτηση της Αρμενίας με αποτέλεσμα η περιοχή να συνεχίσει να κυβερνάται από τους «Οροντίδες», τους απογόνους του Πέρση σατράπη της Αρμενίας Ορόντη (Orontes), οι οποίοι, από πατέρα σε γιο, θα εξακολουθήσουν να διοικούν την χώρα μέχρι τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Πιθανολογείται (Redgate, 2000 σελ. 62) ότι ο Μ. Αλέξανδρος, του οποίου η γενική πολιτική ήταν να διορίζει Πέρσες ή Μήδους σατράπες στις περιοχές που κατακτούσε (και συνήθως τους ήδη υπάρχοντες, εφ’ όσον είχαν παραδοθεί και τον είχαν αναγνωρίσει ως Βασιλέα της χώρας), διόρισε ως σατράπη της Αρμενίας τον γιο του Ορόντη, τον Μιθράνη ή Μιθρήνη (Mithrenes). Ο Μιθρήνης αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Αρμενίας μάλλον μετά την μάχη των Γαυγαμήλων (331 π.Χ.).
Η Αρμενία θα εμπλακεί μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου στις συγκρούσεις των Επιγόνων και τελικά το 301 π.Χ. μετά την μάχη της Ιψού, θα περάσει στην δικαιοδοσία του Βασιλείου των Σελευκιδών, οι οποίοι θα διοικούν την χώρα δια μέσου των Οροντιδών βασιλέων της. Ελάχιστες όμως πληροφορίες έχουν διασωθεί για τους βασιλείς αυτούς. Σποραδικά γνωρίζουμε ότι ο βασιλεύς Σάμος παρεχώρησε άσυλο στον Ζιήλα, τον μελλοντικό βασιλιά της Βιθυνίας γύρω στο 260 π.Χ. και ότι υπήρξε πιθανότατα ο ιδρυτής της περίφημης πόλεως της Κομμαγηνής, Σαμόσατα, πατρίδας του Λουκιανού. Επίσης, ότι ο βασιλεύς Αρσάμης περιέθαλψε τον Αντίοχο Ιέρακα, διεκδικητή του θρόνου των Σελευκιδών και αδελφό του Σελεύκου Β΄ (246-225 π.Χ.) και ότι υπήρξε ιδρυτής των πόλεων Αρσάμεια στην Κομμαγηνή και Αρσαμόσατα, στις όχθες του Αρσανία, παραπόταμου του Ευφράτη.
Γύρω στο 212 π.Χ. ο Σελευκίδης Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας (223-187 π.Χ.), θα εμπλακεί σε πόλεμο με τον βασιλιά Ξέρξη της Αρμενίας και θα τον πολιορκήσει στην πρωτεύουσά του, Αρσαμόσατα (βλ. λήμμα Πάρθοι). Λίγο αργότερα (190 π.Χ.) ο Αντίοχος Γ΄ θα εκθρονίσει τον τελευταίο Οροντίδη, τον Ορόντη IV και θα εγκαταστήσει ως διοικητές της, δύο στρατηγούς του, τον Αρταξία και τον Ζαρίαδρη, σύμφωνα με τον Στράβωνα (ΙΑ΄ XIV. 5), οι οποίοι ήσαν μάλλον Αρμένιοι (βλ. Redgate 2000, σελ. 65).
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε ότι η διάδοση του Ελληνισμού στην Αρμενία υπήρξε σε μεγάλο βαθμό έργο των Οροντιδών βασιλέων της, οι οποίοι υπήρξαν λάτρεις του Ελληνικού Πολιτισμού.Τα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα που ακολούθησαν θα βοηθήσουν τους Αρταξία και Ζαρίαδρη να γίνουν ανεξάρτητοι ηγεμόνες. Στην σύγκρουση μεταξύ της Ρώμης και του Βασιλείου των Σελευκιδών θα πάρουν το μέρος των Ρωμαίων και μετά την ήττα του Αντιόχου Γ΄ στην Μαγνησία του Σιπύλου (190 π.Χ.) και την Συνθήκη της Απαμείας (189/188 π.Χ.), θα αναγνωρισθούν από την Ρώμη ως βασιλείς.
Ο Αρταξίας Ι (189-160 π.Χ.) θα ανακηρυχθεί βασιλεύς της Αρμενίας και θα περιλάβει στην επικράτειά του το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, ενώ ο Ζαρίαδρης θα γίνει βασιλεύς της Σοφηνής (η περιοχή μεταξύ της ανατολικής όχθης του άνω ρου του Ευφράτη και του παραποτάμου του Αρσανία, σημερ. Murat Su), στην οποία θα συμπεριλάβει και την περιοχή της Μελιτηνής, καθώς και την Ακιλισηνή.
Πρωτεύουσα του Αρταξία Ι θα γίνουν τα Αρτάξατα, η πόλη πού ίδρυσε στην ανατολική πλευρά του ποταμού Αράξη, με την συμβουλή του Αννίβα, του μεγάλου Καρχηδόνιου στρατηλάτη, τον οποίο φιλοξενούσε (παράδοση που σήμερα αμφισβητείται).

(Συνεχίζεται)

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (3)



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ


Είναι ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων που σπούδασαν στο εξωτερικό εμφανίζουν εξοργιστική άγνοια της ελληνικής ορολογίας της επιστήμης τους, με αποτέλεσμα τα κείμενά τους να προκαλούν τουλάχιστον ιλαρότητα.
Το πρόβλημα είχε επισημανθεί από καιρό:
«…Τό ἐξοργιστικό, γιά τή μεγάλη πλειοψηφία τῶν κατ’ ἀνάγκην ἑτεροφώνων ἐπιστημόνων, εἶναι ὅτι ἀγνοοῦν τήν ἑλληνική γλώσσα καί δέν κάνουν καμιά προσπάθεια νά τήν ἀγαπήσουν, δηλαδή νά τή χειριστοῦν ἐμπλουτισμένα: χρησιμοποιοῦν ἁπλῶς τή σχολική ἐκφραστική τους ἀνεπάρκεια, πού χειροτέρεψε βέβαια μέ τήν πολιτιστική τους ἀποσυναρμογή στήν ἀλλοδαπή…» (Κώστας Ζουράρις: Μισγάγκεια ἀπερινόητη – «οδυσσεας» Αθήνα 1984, σελ. 198).
Αντί λοιπόν να εξελληνίζουν τους ξένους όρους, όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχοι στην γλώσσα μας, αντίθετα «ελληνοποιούν», δυστυχώς «στο γόνατο», τους ξένους όρους (πιθανότατα και για να «πρωτοτυπήσουν» λόγω αφελούς ξενομανίας), αντικαθιστώντας απόλυτα δόκιμους και καθιερωμένους από την πολύχρονη χρήση, ελληνικούς.
Έτσι, σε αρκετά πανεπιστημιακά συγγράμματα Ζωολογίας, Ανθρωπολογίας κ.λπ. τέτοιων ξενοσπουδαγμένων, έχω συναντήσει π.χ. τον όρο «Πριμάτες», κατά γράμμα μετάφραση του αγγλικού όρου Primates, μιας ταξινομικής κατηγορίας (τάξη) στην κλίμακα κατάταξης των οργανισμών και στην οποία περιλαμβάνονται Μαϊμούδες (monkeys), Πίθηκοι (Apes) και ο άνθρωπος (Homo). Στην παραπάνω περίπτωση του εντελώς πρόχειρα «ελληνοποιημένου» και αστείου όρου «Πριμάτες», υπενθυμίζω ότι υπάρχει στην ελληνική επιστήμη και γλώσσα ο απόλυτα εύστοχος όρος «Πρωτεύοντα». Εξ άλλου, «Πριμάτος» (από την Λατιν. λέξη primus = πρώτος), είναι τιμητικός τίτλος της Καθολικής Εκκλησίας και δεν νομίζω να έχει κάποια σχέση με την Ζωολογία ή την Ανθρωπολογία!
Ανάλογα γελοίος είναι και ο όρος «Άλγη», που είδα σε πανεπιστημιακό «σύγγραμμα», από την επιπόλαιη «ελληνοποίηση» του ξένου όρου Algae της Βοτανικής, ο οποίος χρησιμοποιείται ως γενικός περιγραφικός και συστηματικός όρος των διαφόρων Συνομοταξιών Φυκών, που δεν είναι άλλα από τα πασίγνωστα σε όλους μας φύκια, χωρίς βεβαίως τις ανάλογες «μεταξωτές κορδέλλες». Το ότι υπάρχει η λέξη άλγος = πόνος (εξ ου και κεφαλαλγία = κεφαλόπονος, αναλγητικό = παυσίπονο κ.λπ.) είναι προφανώς «ψιλά γράμματα» ή άγνωστο στους πανεπιστημιακούς μας φωστήρες, οι οποίοι εξακολουθούν να αναφέρουν π.χ. το Φύλο Φαιοφύκη (από άλλη, επίσης αχρείαστη, «ελληνοποίηση» του όρου Phylum = Συνομοταξία, αδιαφορώντας για την σύγχυση που δημιουργείται από την χρήση του όρου φύλο για άλλες έννοιες) που ανήκει στα «Άλγη» δηλ. στους «Πόνους»!
Κυκεώνας; Όχι, απλώς confusion. Και για όσους με κατηγορήσουν για «γλωσσικό εθνικισμό», απαντώ προκαταβολικά, ότι μεταξύ «γλωσσικού εθνικισμού» και γελοιότητας διαλέγω ασυζητητί τον πρώτο…

ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Δυστυχώς, πολύ συχνά, η μετάφραση από τα Αγγλικά λέξεων σε –ization γίνεται απλουστευτικά, κολλώντας στην αντίστοιχη ελληνική την κατάληξη –ποίηση, κάτι που είναι πολλές φορές λάθος ή γίνεται σκόπιμα από γλωσσαμύντορες δημοτικιστές για να αποφύγουν τον τύπο εκ- ή εξ- που δείχνει «καθαρευουσιάνικος». To αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν τερατογενέσεις ή αντιαισθητικοί τύποι λέξεων όπως π.χ. όταν η λέξη modernization μεταφράζεται «μοντερνοποίηση» ή ακόμα χειρότερα «συγχρονοποίηση» (!!!), αντί της ωραιότατης (αλλά τόσο κακοποιημένης) λέξης εκσυγχρονισμός Ευτυχώς ήμουν πολύ νεώτερος όταν πρωτοσυνάντησα την δεύτερη εκδοχή (συγχρονοποίηση!) σε κάποιο Πασοκικό κείμενο και έτσι γλύτωσα το εγκεφαλικό.
Μη ξεχνάμε εξ άλλου την σκληρή κριτική που έχει ασκηθεί για την άκριτη μετάφραση του όρου socialization, τον οποίο διάφοροι κολλημένοι δημοτικιστάδες μετέφραζαν συλλήβδην ως «κοινωνικοποίηση», χρησιμοποιώντας έναν όρο, ο οποίος αναφέρεται αποκλειστικά σε υλικά αγαθά, εργοστάσια, χωράφια, Τράπεζες κ.λπ. και γενικά σε πράγματα, αλλά ποτέ σε πρόσωπα. Έτσι, σε ουδεμία περίπτωση επιτρέπεται να αναφερόμαστε σε «κοινωνικοποίηση των γυναικών» (!) ή των παιδιών (!!!), εκτός και αν κάνουμε πλάκα. Σε πρόσφατη εκπομπή της ΝΕΤ άκουσα το εξής αμίμητο από κάποια παιδοψυχολόγο, η οποία, υποστηρίζοντας διάφορα «πρωτοποριακά» μέτρα, αναρωτήθηκε: «…Και πως αλλιώς θα κοινωνικοποιήσουμε τα παιδιά;». Μια εύκολη απάντηση θα ήταν: «Μα, πουλώντας τα με το κομμάτι»!
Όπως έχει τονιστεί: «…Η μύηση ενός παιδιού στις νόρμες της κοινωνίας με την κοινωνική του ενηλικίωση και την εσωτερίκευση των κοινωνικών επιταγών και απαγορεύσεων είναι πάντα εκκοινωνισμός και ποτέ κοινωνικοποίηση, όπως και η πρόσβαση των γυναικών στα πεδία των ευρύτερων κοινωνικών λειτουργιών…» (βλ. σχετικά Γιάννη Καλιόρη: «Πέραν του μισοξενισμού και της υποτέλειας» – «Πολύτυπο» Αθήνα 1984, σελ. 40 υποσημ. 8).

ΓΛΩΣΣΙΚΗ …ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ακούω ή διαβάζω τελευταίως την έκφραση «ανεξαρτήτου» (!), την οποία χρησιμοποιούν πολιτικοί και δημοσιογράφοι, ολοένα και συχνότερα, αντί του επιρρήματος «ανεξαρτήτως» ή «ανεξάρτητα από». Προφανέστατα, την θεωρούν φιλολαϊκή, προοδευτική και ίσως δείγμα αριστεροσύνης. Υποστηρίζω ότι πρόκειται απλώς για δείγμα αγραμματοσύνης. Και τούτο διότι είτε θα πούμε (ή θα γράψουμε) π.χ. «ανεξαρτήτως της δικαστικής αποφάσεως», εάν επιθυμούμε να εκφραστούμε πιο «επίσημα», άρα σε μια λογιότερη μορφή της γλώσσας μας, είτε «ανεξάρτητα από την δικαστική απόφαση» στην καθομιλουμένη.
Σε πρόσφατο κείμενό του ο βιβλιοκριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ (ΤΑ ΝΕΑ «Βιβλιοδρόμιο», 20-21 Οκτωβρίου 2007) αναφέρεται με πολύ σκληρότερο τρόπο σε όσους χρησιμοποιούν την έκφραση «ανεξαρτήτου», ακόμα και αν το κάνουν από ελλιπή μόρφωση, στους οποίους (κατά την άποψή μου) οφείλουμε να είμαστε πιο επιεικείς. Παραθέτω απόσπασμα από το εν λόγω κείμενο:
«…Για παράδειγμα, διαβάζουμε συχνά αγγελίες του εξής τύπου: «Κύριος (τόσων) ετών, καλλιεργημένος, με πανεπιστημιακή μόρφωση... ζητάει γνωριμία με δεσποινίδα ή κυρία ανεξαρτήτου ηλικίας». Αυτό το ανεξαρτήτου ηλικίας (αντί του σωστού ανεξαρτήτως ηλικίας), συνηθισμένο λάθος των ανθρώπων χαμηλής μόρφωσης όταν προσπαθούν να μιλήσουν «μορφωμένα», διαψεύδει από μόνο του την αυτοπεριγραφή που προηγήθηκε.
Γενικά είμαι ανεκτικός στις παρεκκλίσεις από τους γραμματικούς κανόνες, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι συχνά εκφράζουν μια βαθύτερη ψυχική πραγματικότητα. Αλλά αυτό το ανεξαρτήτου ηλικίας δεν μου κάθεται με τίποτα, γιατί δεν είναι μόνο συντακτικό, αλλά και λογικό λάθος. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη ηλικία, υπάρχουν καταστάσεις ανεξάρτητες από την ηλικία…».

Δ.Ε.Ε.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (2)


Συνεχίζοντας με το θέμα του Ιστορικού Αναθεωρητισμού, μιας ιδιαίτερα αμφιλεγόμενης και ασαφούς εννοίας, όπως θα δούμε, παρουσιάζουμε σήμερα ένα σημαντικό άρθρο του Ιστορικού Φαίδωνος Μαλιγκούδη (*), το οποίο περιέχει μια εξαιρετική ανάλυση του όρου. Το άρθρο αναρτήθηκε τον Μάϊο του 2007 στην προσωπική ιστοσελίδα του: http://malingoudis.blogspot.com/2007/05/blog-post_05.html. Θα ακολουθήσουν ορισμένα χαρακτηριστικά κείμενα ακόμα και στο τέλος θα παρουσιάσουμε την δικιά μας άποψη και θέση στο φαινόμενο αυτό.

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Ο αναθεωρητισμός της Ιστορίας: Δυο παραδείγματα

Και οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία…” - Λίγα τεκμήρια από το παρελθόν έχουν αποτυπώσει με τόση ενάργεια το πνεύμα του πολυτάραχου 20ου αιώνα, που μόλις αποχαιρετήσαμε, όσο η λέξη “ρεβιζιονισμός”, που καθιερώθηκε στη διεθνή γλωσσική χρήση (στα ελληνικά χρησιμοποιείται εναλλακτικά και το, ταυτόσημο, μεταφραστικό δάνειο “αναθεωρητισμός”) στις αρχές του αιώνα. Ως τεχνικός όρος αποτελεί το νεολατινικό revisionismus (re- =“ανά-“+ “videre”= “επισκοπώ, θεωρώ”) μια, αρνητική συνήθως, κατηγορία, η οποία σημαίνει την προσπάθεια μιας ομάδας ατόμων να παρεκκλίνει από βασικές και κοινά παραδεκτές αρχές, επανεξετάζοντας τα δεδομένα κάτω από ένα δικό της, καινοφανές, πρίσμα. Παρακάμπτοντας εδώ, λόγω οικονομίας χώρου, την αναφορά στον “κλασικό” ρεβιζιονισμό (που στο ιδιόλεκτο του πολιτικού λόγου χρησιμοποιείται, από τις αρχές του αιώνα, από τους “ορθόδοξους” μαρξιστές για να στιγματίσουν όσους θεωρούν ως αιρετικούς αναθεωρητιστές) θα παραμείνω σε μια, σχετικά πρόσφατη, παραλλαγή του ρεβιζιονισμού. Ο λόγος λοιπόν εδώ για τον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας.

Ο πιο προβεβλημένος εκπρόσωπος της “ακαδημαϊκής” παραλλαγής του ρεβιζιονισμού είναι ασφαλώς ο Βρετανός ιστορικός David Irving, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή τον περασμένο Δεκέμβριο από τις φυλακές της Αυστρίας, όπου είχε καταδικασθεί σε επταετή εγκλεισμό, επειδή στα βιβλία του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τόσο το ΄Αουσβιτς, όσο και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Μια άλλη παραλλαγή του “ακαδημαϊκού” ρεβιζιονισμού, που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το δικό μας ιστορικό παρελθόν, θεραπεύεται ιδιαίτερα στην Υπερατλαντική κοσμοκράτειρα. Εκεί, στα πλαίσια του “πολυπολιτισμικού” μοντέλου, που έχουν ήδη επιβάλλει από το 1967 με θεσμικά νομοθετήματα στην εκπαίδευση τα μέχρι τότε λιγότερα ευνοημένα εθνο-κοινωνικά στρώματα, δηλαδή Μαύροι, Λατινοαμερικάνοι, Εβραίοι (Bilingual Education Act, to 1967 και National Ethnic Heritage Studies, το 1974), υπάρχουν ήδη πολυάριθμα Α.Ε.Ι. που θεραπέυουν τις “εθνοφυλετικές Σπουδές” (Ethnic Studies). Μια σύλληψη, που έχει πλέον καθιερώσει και θεσμικά τον ιστορικό ρεβιζιονισμό στις Η.Π.Α., αφού είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς κάθε τι που θυμίζει τον ευρωκεντρικό “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” και τις αρχαιοελληνικές ρίζες του.

Σε αυτό ακριβώς το πνευματικό κλίμα, το οποίο μηχανικά μεταφέρει τον πολυφυλετιισμό που χαρακτηρίζει τη σημερινή αμερικανική κοινωνία στο ιστορικό παρελθόν, αναπτύχθηκε και η “σχολή” εκείνη του ρεβιζιονισμού που ¨ανακάλυψε” τις αφρο-ασιατικές ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με τη “Μαύρη Αθηνά” ως εμβληματική μορφή της. (Σημ. ΔΕΕ βλ. σχετική ανάρτησή μας Η «Μαύρη Αθηνά» και οι «αφροκεντριστές»).

Αν, όμως, η “Μαύρη Αθηνά” αποτελεί σήμερα το μακρινό απόηχο ενός “ακαδημαϊκού” συρμού του ρεβιζιονισμού που έχει πια κοπάσει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με μια νέα παραλλαγή του, η οποία έχει καταστήσει ήδη αισθητή την παρουσία της και εντός των τειχών. Πρόκειται για την repetita lectio, την εκ νέου ανάγνωση, των ιστορικών πηγών που αναφέρονται στην ιστορία των Βαλκανίων και στην οποία μας παροτρύνει το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη (CDRSE). Πρόκειται για μια Μη-Κυβερνητική Οργάνωση (που αντλεί, ωστόσο τους πόρους της τόσο από το Υπουργ. Εξωτερικών της Αμερικής, όσο, κυρίως, από τον Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη), πρόεδρος της οποίας είναι ένα υψηλό στέλεχος του Στεϊτ Ντιπαρτμεντ, ο βοηθός-υφυπουργός εξωτερικών, πρέσβης Ρίτσαρντ Σίφερ και γενικός γραμματέας- εισηγητής για το πρόγραμμα της Ιστορίας ο Κώστας Καρράς, γόνος οικογένειας εφοπλιστών από το Λονδίνο. (Σημ. ΔΕΕ Έχει αποδειχθεί πλέον η χρηματοδότησή του και από τον γνωστό υπέρμαχο των Σκοπίων Τζώρτζ Σόρος). ΄Εναν “αφοπλισμό της Ιστορίας” προτείνει το Κέντρο αυτό με τα τέσσερα βιβλία-εργασίας για την Ιστορία των Βαλκανίων που έχει ήδη εκδώσει, προωθώντας ένα (νεο-)ρεβιζιονιστικό μοντέλο μιας “συναινετικής” θεώρησης του ιστορικού παρελθόντος των βαλκανικών λαών. Ένα σχεδόν ειδυλλιακό ιστορικό παρελθόν, στο οποίο ο Οθωμανός δυνάστης εμφανίζεται ως ο νόμιμος κάτοχος της κεντρικής εξουσίας σε ολόκληρο το χώρο των Βαλκανίων. Αφήνοντας εδώ κατά μέρος το ερώτημα για το ποιόν άραγε ευνοεί η “συναινετική" αυτή θεώρηση της Ιστορίας θα επισημάνω ότι η δραστηριότητα του Κέντρου και, κυρίως, οι συστάσεις του για τον τρόπο θεώρησης του ιστορικού μας παρελθόντος έχουν ήδη καταστήσει και θεσμικά αισθητή την παρουσία τους στο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας για την Στ΄ Δημοτικού, που επιβλήθηκε ως διδακτικό με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και την ανοχή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας. Συνένοχοι και αδαείς, οι Μοιραίοι που “βλάπτουν εξ ίσου την Αποικίαν”.

Το δεύτερο παράδειγμα αναθεωρητισμού της Ιστορίας αφορά στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη γειτονική μας Βουλγαρία. Εκεί, στις 22.11.1919, παραμονές της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (Αύγουστος 1920), με την οποία ενσωματώθηκε οριστικά με τη συναίνεση των Συμμάχων η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, απευθυνόταν ο Βούλγαρος πρωθυπουργός A. Σταμπολίνσκυ (1920-23) με μια προσωπική του επιστολή προς τον E. Βενιζέλο, ζητώντας την ευνοϊκή μεταχείριση της ηττημένης χώρας του "...Επειδή είναι προφανές ότι, αν με τη συνθήκη, την οποία θα υπογράψει η Βουλγαρία της αφαιρεθούν εδαφικές κτήσεις στη Θράκη, τότε το βουλγαρικό έθνος όχι μόνο θα υποστεί άλλη μια διαίρεση, αλλά και θα του στερηθεί η διέξοδος στο Aγαίο. Είναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι μια τέτοια διέξοδος αντιπροσωπεύει για τη Βουλγαρία μια πολιτική και γεωγραφική αλλά και οικονομική ανάγκη". Στη μακροσκελή απάντησή του (στις 22.11.1919) ξεκαθάριζε ο μεγάλος Κρητικός: " Mου είναι, δυστυχώς, αδύνατο να συμμερισθώ τις απόψεις σας και να παραιτηθώ από την προσάρτηση της Δυτ. Θράκης προς όφελος της Βουλγαρίας". H παρασπονδία της, που είχε προκαλέσει το B΄ Βαλκανικό πόλεμο, η κατάληψη ελληνικών εδαφών στην Aνατ. Μακεδονία, αλλά και οι διωγμοί που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτ. Θράκης, την οποία κατείχε η Βουλγαρία από το 1913, είχαν καταστήσει το κράτος του Σταμπολίνσκυ (ενός πολιτικού που, για τραγική ειρωνεία, είχε αντιταχθεί σθεναρά στην πολιτική των προκατόχων του) αφερέγγυο. "Τη Βουλγαρία τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη ψυχολογία, παρόμοια με εκείνην της Πρωσίας, που την οδηγεί στην πεποίθηση ότι όπου υπάρχει βουλγαρική μειονότητα, αξίζει εκείνη περισσότερο από τη γηγενή πλειονότητα". H απόφανση αυτή του Βενιζέλου στην ίδια επιστολή του, περιγράφει με θαυμαστή περιεκτικότητα τη στάση αναθεωρητισμού που χαρακτηρίζει διαχρονικά- από την εποχή του οράματος της Μεγάλης Βουλγαρίας με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) μέχρι σχεδόν τις μέρες μας- τη στάση της χώρας αυτής στην Κεντρική Βαλκανική απέναντι στους γείτονές της: στη Ρουμάνια είναι η Δοβρουτσά, στη Σερβία η B. Μακεδονία και στην Ελλάδα η Μακεδονία και η Δυτ. Θράκη τα "ιστορικά" εδάφη εκείνα που οι διεθνείς συνθήκες τα κράτησαν "αλύτρωτα", αποκομμένα από τον εθνικό, τον βουλγαρικό, τους κορμό...

O αναθεωρητισμός, η άρνηση της Βουλγαρίας να συμβιβασθεί με το εδαφικό καθεστώς που καθιερώθηκε από τις διεθνείς συνθήκες, έχει όμως εκτός από τη διεθνή πολιτική του διάσταση, και την "ακαδημαϊκή" του έκφανση. Όπως στην περίπτωση της Μακεδονίας- που αρχίζουν, ταυτόχρονα με την αφύπνιση των πολιτικών βλέψεων, να διαμορφώνονται και οι επιστημονικοφανείς θεωρίες που θέλουν τη Μακεδονία, με τη μητρόπολή της Θεσσαλονίκη, ως λίκνο του βουλγαρικού έθνους- έτσι και για τη Θράκη το κρατικό δόγμα θα είναι εκείνο που θα ενθαρρύνει την έρευνα να αναζητήσει την επιβεβαίωση του βουλγαρικού αναθεωρητισμού με "ιστορικά" επιχειρήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία του Σταμπολίνσκυ (τον Αύγουστο του 1923), του πολιτικού που πίστεψε με ειλικρίνεια στη βαλκανική προσέγγιση, από τους εξτρεμιστές των "μακεδονικών" οργανώσεων, ιδρύεται στη Σόφια το "Μακεδονικό Ινστιτούτο" (ένα ψευδο-ακαδημαϊκό ίδρυμα που υπηρετεί με τα δημοσιεύματά του το επίσημο κρατικό δόγμα), αλλά και εμφανίζονται τα πρώτα συγγράμματα που έχουν ως αντικείμενο την Ιστορία και τον Πολιτισμό των αρχαίων θρακικών φύλων. H "Θρακολογία" θα καθιερωθεί όμως, ως ιδιαίτερο ακαδημαϊκό αντικείμενο, μετά τη "σοσιαλιστική επανάσταση" της 9ης Σεπτεμβρίου του 1944 και την αλλαγή του καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα. Στην υπηρεσία του κρατικού δόγματος του αναθεωρητισμού, που παραμένει αναλλοίωτο, θα πασχίσουν οι ερευνητές του Ινστιτούτου Θρακολογίας της Ακαδημίας Επιστημών με ένα πλήθος από δημοσιεύματα, τη διοργάνωση συνεδρίων και επιστημονικών συμποσίων σε όλη τη διάρκεια της "σοσιαλιστικής" περιόδου να καθιερώσουν και διεθνώς το, σταλινικής εμπνεύσεως, ψευδο-διαλεκτικό ιστορικό σχήμα ότι το βουλγαρικό έθνος αποτελεί τη σύνθεση, το αμάλγαμα των αρχαίων θρακικών φύλων με τα νοτιοσλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και τη Mοισία κατά τον 6ο μ.X. αιώνα... H Ιστορία ως θεραπαινίδα της Εξουσίας - φαινόμενο που, ας το ελπίσουμε, ανήκει κι' αυτό πια στο παρελθόν, μετά τις αλλαγές που διαδραματίσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στη γειτονική μας χώρα...
Σχόλιο του ιδίου σε ερώτημα αναγνώστη:

Από ένα πρόσφατο ταξίδι μου στη γειτονική μας χώρα είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω, από τις αντιδράσεις του ακροατηρίου σε μια διάλεξή μου ότι και στη Βουλγαρία ισχύει ο κανόνας ότι οι νεότερες γενιές έχουν τη δική τους θέαση για το ιστορικό παρελθόν, λιγότερο επιβαρυμένη από στερεότυπα και στείρο εθνοκεντρισμό. Κατά τα λοιπά, στη Βουλγαρία ισχύει ακόμα το "επίσημο" εθνικό δόγμα, ότι δηλ. το ιστορικό λίκνο του βουλγαρικού έθνους είναι εδάφη που παραμένουν "αλύτρωτα": η Δοβρουτσά στο Βορρά στο Δέλτα του Δούναβη (σημ. Ρουμανία), το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι ολόκληρη) η σημ. FYROM, αλλά και η ελληνική Μακεδονία και η Δυτ. Θράκη...

(Σημ. Δ.Ε.Ε. Οι υπογραμμίσεις σε ορισμένα σημεία του κειμένου που θεωρώ ότι πρέπει να προσεχθούν είναι δικές μου)

_____________________________________
(*) Ο Φαίδων Μαλιγκούδης σπούδασε Σλαβική Φιλολογία και Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης στα Πανεπιστήμια της Φραγκφούρτης και του Μύνστερ (Münster) . Είναι υφηγητής της Σλαβολογίας του Πανεπιστημίου της Γοττίγγης (Göttingen). Από το 1990 διδάσκει ως καθηγητής το μάθημα της Ιστορίας και Πολιτισμού των Σλαβικών λαών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Κύριο αντικείμενο της ερευνητικής του προσπάθειας είναι οι σχέσεις του μεσαιωνικού και νεότερου ελληνισμού με τον σλαβικό κόσμο.


Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Αθανάσιος Σταγειρίτης και «Ωγυγία»


(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:«Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ, Θεσσαλονίκη 2007)


Τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα γεννήθηκε κάπου στην Μακεδονία ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, από ευκατάστατους (υποθέτουμε) γονείς, που είχαν έτσι την οικονομική δυνατότητα να φροντίσουν ώστε να μορφωθεί ικανοποιητικά και ο οποίος θα εξελιχθεί σε έναν δραστήριο διανοούμενο, αλλά και μια μυστηριώδη μορφή, που όχι μόνον το έργο του είναι ουσιαστικά αγνοημένο, ίσως και άγνωστο, αλλά και τα βιογραφικά του στοιχεία είναι ασαφή καθώς και η δράση του.
Από τον Διαδικτυακό τόπο http://www.lib.uoa.gr/hellinomnimon/%20authors//Stagiritis.html
«Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες Βιβλιοθηκών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών» και ορισμένες άλλες διάσπαρτες πηγές συγκέντρωσα τις παρακάτω πληροφορίες:
«Σταγειρίτης Αθανάσιος [περ. 1780, Μακεδονία - περ. 1840, (;)]
Λόγιος ευγενικής καταγωγής από την Μακεδονία, ο Αθ. Σταγειρίτης έδρασε στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι ακριβείς ημερομηνίες γέννησης και θανάτου του καθώς και οι αντίστοιχες τοποθεσίες, όπου έλαβαν χώρα, παραμένουν άγνωστες.
Οι λιγοστές πληροφορίες που διαθέτουμε γι’ αυτόν, τον παρουσιάζουν ως αντίπαλο του Α. Κοραή αναφορικά με τις γλωσσικές του αντιλήψεις και υπέρμαχο του γλωσσολογικού συστήματος του Π. Κοδρικά [ΜΕΕ, 1926: 264]. Ως μέσο προβολής αυτών των απόψεών του χρησιμοποίησε την εφημερίδα 'Καλλιόπη', της οποίας υπήρξε εκδότης. Γνωρίζουμε, ακόμη, ότι διετέλεσε καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στην «Καισαροβασιλική Aκαδημία των Ανατολικών Γλωσσών» της Βιέννης λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του 1815 [Αραβαντινός, 1960: 197]. Στην αυστριακή πρωτεύουσα, επίσης, πρόκειται να εκδοθούν όλα τα γνωστά έργα του, γεγονός που μας επιτρέπει να εικάσουμε την μακρόχρονη διαμονή του στην πόλη.
Συνέγραψε κείμενα φιλολογικού, ιστορικού, γεωγραφικού και μαθηματικού περιεχομένου με σκοπό να συνεισφέρει στην πνευματική πρόοδο των Ελλήνων της Γερμανίας. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε μια Επιτομή της αριθμητικής (1810), καθώς και την Ιστορία και Γεωγραφία της Ηπείρου (1819). Το τελευταίο αποτελεί μια συλλογή κειμένων από πολλούς συγγραφείς [Βρετός, 1857: 207]. Επίσης, υπήρξε ο συντάκτης του πεντάτομου έργου Ωγυγία ή Αρχαιολογία, που περιέχει τη θρησκευτική ιστορία, τη μυθολογία και τα έθιμα των αρχαίων χρόνων προς κατανόηση των ποιητών και συγγραφέων αυτής της περιόδου [Βρετός, 1857: 210]. Δικό του είναι και το σύγγραμμα με τίτλο Δομαιρών επιτομή ιστορίας Γενική, το οποίο εκδόθηκε σε τρεις τόμους το 1812. Πρόκειται για έργο μεταφρασμένο από τα γαλλικά, που προοριζόταν ως διδακτικό εγχειρίδιο για την ελληνόφωνη εκπαίδευση. [Αραβαντινός, 1960: 197]
Στα περισσότερα από αυτά τα κείμενά του έκανε -καθώς αναφέρεται- χρήση της απλοελληνικής [ΜΕΕ, 1926: 264 και Βρετός, 1857: 184, 200 κ.ε.]. Προφανώς, πρόκειται για τη γλώσσα της φαναριώτικης κοινωνίας και του πατριαρχείου, που διέφερε τόσο από την αρχαΐζουσα, όσο και από την λεγόμενη «κοινή» ελληνική.
Ε. ΑΜΥΓΔΑΛΑΚΗ - Α. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Εργογραφία
Επιτομή αριθμητικής, Βιέννη, 1810
Δομαιρών επιτομή ιστορίας γενική, Βιέννη, 1812
Ωγυγία, ή Αρχαιολογία, Βιέννη, 1815, 1816, 1817, 1818, 1820
Βίος Μιλτιάδου του Αθηναίου, Βιέννη, 1818
Τρόπαιον ελληνικόν, ή πρώτος πόλεμος Ελλήνων και Περσών, Βιέννη, 1818
Ηπειρωτικά, ήτοι Ιστορία και Γεωγραφία της Ηπείρου, Βιέννη, 1819
Καλλιόπη· αγγελίες φιλολογικάς επαγγέλλεται περιοδικώς αναγγέλλειν, Βιέννη, 1820
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Αραβαντινός Π., (1960), Βιογραφική συλλογή λογίων της Τουρκοκρατίας, (επιμέλεια Κ.Θ.Δημαράς), Ιωάννινα.
Βρετός A., (1968), Νεοελληνική Φιλολογία, Αθήνα.
[ΜΕΕ=]. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, 2η έκδοση, τόμος 22.
Σκλαβενίτης Τρ., (1995), Η σχολική βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), Αθήνα»
Δυστυχώς τα παραπάνω δεν μας διαφωτίζουν περισσότερο από την σχετική καταχώρηση στο πολύτιμο και εντυπωσιακό (πέντε τόμοι μεγάλου σχήματος) έργο του Μιχάλη Περάνθη «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ από το 1453 έως σήμερα» (βλ. λήμμα «Αθανάσιος Σταγειρίτης» στον τόμο Γ΄ σελ. 306-308), όπου υπάρχει και ενδεικτικό απόσπασμα από τα «Ηπειρωτικά». Από την πρόχειρη έρευνά μας προέκυψε επίσης ότι ο Αθ. Σταγειρίτης είχε διατελέσει δάσκαλος στο ελληνικό σχολείο του Μπρασόφ (Ρουμανία) το 1806 (βλ. ιστοσελίδα Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού / Παροικιακός Ελληνισμός / Οι Ελληνικές παροικίες στην Τρανσυλβανία / H ίδρυση και η λειτουργία ελληνικού σχολείου στο Mπρασόφ). Στoν Διαδικτυακό τόπο http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/historia_abstract.htm όπου υπάρχει ένα «ΕΠΙΤΟΜΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» (παρά τον βαρύγδουπο τίτλο πρόκειται ουσιαστικά για ένα απλό χρονολόγιο γεγονότων), αναφέρεται ότι το 1819 «Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης εκδίδει στη Βιέννη το περιοδικό Καλλιόπη» και όχι το 1820 όπως σημειώνεται στην παραπάνω Εργογραφία. Η ασυμφωνία αυτή είναι ίσως χαρακτηριστική των ασαφειών που υπάρχουν, όπως προαναφέραμε, γύρω από την ζωή και το έργο του σπουδαίου αυτού Μακεδόνα, τον οποίον ο Π. Αραβαντινός αποκαλεί «πολυδαή» (πολυμαθή) και «αξιάγαστον» (αξιοθαύμαστο) που δούλεψε με πατριωτισμό και αφιλοκέρδεια για τον φωτισμό του γένους. Δυστυχώς ακόμη και ο τόπος όπου απεβίωσε, αλλά και η ακριβής ημερομηνία ή έστω το έτος θανάτου του παραμένουν ακόμα άγνωστα.

Ασχοληθήκαμε δια μακρών με τον Αθ. Σταγειρίτη διότι αποτελεί μια από τις βασικότερες βιβλιογραφικές αναφορές (κυρίως λόγω των απόψεών του περί «αυτοχθόνων Πελασγών») των «μη-συμβατικών» αερολόγων, οι οποίοι δεν παραλείπουν να παραπέμπουν στο ογκώδες (πεντάτομο) έργο του «Ωγυγία» που εκδόθηκε μεταξύ 1815 – 1820 στην Βιέννη.
Τι όμως είναι η «Ωγυγία» και ποια είναι η σπουδαιότητά της, το «ειδικό βάρος» της, ως ιστορικού έργου ;
Η «Ωγυγία ή Αρχαιολογία» όπως είναι ο πλήρης τίτλος του έργου αποτελεί μια εκπληκτική και κοπιώδη προσπάθεια (για τα μέτρα εκείνης της εποχής-αρχές 19ου αιώνα) συλλογής, ταξινόμησης και οργάνωσης ενός τεράστιου υλικού, όπως είναι οι αρχαιοελληνικοί μύθοι. Το μειονέκτημα αυτής της πραγματικά αξιέπαινης προσπάθειας είναι οι απλοϊκές και αφελείς για τα σύγχρονα δεδομένα αντιλήψεις του συγγραφέα για την ανάγκη χρονολόγησης των μυθολογικών γεγονότων, τα οποία κατέταξε σύμφωνα με δικές του απόψεις. Είναι βέβαιον ότι ο Αθ. Σταγειρίτης είχε επηρεασθεί από την θεωρία του Ευημερισμού (*), τις απόψεις του οποίου αποδεχόταν και υποστήριζε, όπως προκύπτει από σχετική σημείωσή του (βλ. «Ωγυγία» τόμ. Α΄ σελ. 24, όπου και η εκτενής σημείωση). Έτσι, πίστευε ότι η Μυθολογία είναι ένα είδος παρεφθαρμένης Προϊστορίας στην διάρκεια της οποίας έδρασαν σπουδαίες προσωπικότητες, «δυνατοί άνθρωποι», που έζησαν σε παλαιότατες εποχές και στην συνέχεια θεοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να προκύψουν οι θεοί και ήρωες της Μυθολογίας. Αυτήν την «Προϊστορία» την διακρίνει σε δύο «Αιώνες», τον «Άδηλον» και τον «Ηρωϊκόν», στους οποίους τοποθετεί αντίστοιχα τα έργα των «θεών» και των «ηρώων». Όπως δε το θέτει και ο ίδιος :
«…η αληθής και πραγματική ιστορία του αιώνος εκείνου, κατήντησεν εις μυθολογίαν αλληγορικήν, και εκεί έμεινεν · και δια της αλληγορίας ανακαλύπτεται πάλιν οπωσούν η ιστορία, συγκεχυμένη και τεταραγμένη, δια την έλλειψιν της χρονολογίας, η οποία είναι τα νεύρα της ιστορίας…». (ό. π. σελ. 26-27).
Όπως έχει ήδη επισημανθεί από κριτικούς: «Παίρνοντας σαν δεδομένο πως ο Δίας και όλοι οι άλλοι θεοί υπήρξαν κάποτε θνητοί, ο ευημεριστής ιστορικός ένιωθε τον εαυτό του υποχρεωμένο να καθορίσει την χρονολογία που έζησαν…» (βλ. K. K. Routhven: «Ο Μύθος» Αθήνα 1977 - «Ερμής», στην σειρά «Η Γλώσσα της Κριτικής» - Νο 18, σελ. 18).

__________________________
(*) Θεωρία που στηρίχθηκε στις απόψεις που διέδιδε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος, φιλόσοφος από την Μεσσήνη της Σικελίας, ο οποίος έζησε μεταξύ των ετών 340-260 π.Χ. σε πολλούς τόπους και ιδίως στην Αίγυπτο. Περί το 280 π.Χ. δημοσίευσε το περίφημο σύγγραμμά του «Ιερά Αναγραφή» (από το οποίο ελάχιστα αποσπάσματα διασώθηκαν), μια μεταφορική αφήγηση ενός ταξιδιού του στο φανταστικό νησί της Παγχαίας. Στο έργο αυτό υποστηρίζεται η βασική ιδέα ότι οι νομιζόμενοι ως θεοί ήσαν στην πραγματικότητα «δυνατοί άνθρωποι» που έζησαν σε παλαιότατες εποχές και στην συνέχεια θεοποιήθηκαν. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Ευήμερος να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος του αθεϊσμού, παρά το γεγονός ότι ο φιλόσοφος διαιρούσε τους θεούς σε «ουράνιους» και «επίγειους», από τους οποίους οι μεν πρώτοι ήσαν «αΐδιοι και αθάνατοι», ενώ οι δεύτεροι θνητοί, αλλά παλαιότατοι ευεργέτες της ανθρωπότητος και «λίαν συνετοί». Από τις απόψεις αυτές προέκυψε η θεωρία του «Ευημερισμού» δηλ. η ερμηνεία των αρχαίων θεών ως ανθρώπων θεοποιηθέντων.



Αθ. Σταγειρίτου «Τρόπαιον Ελληνικόν», Βιεννη 1818


Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις αντιλήψεις ο Αθ. Σταγειρίτης προχώρησε σε αναφορές συγκεκριμένων χρονολογιών, οι οποίες για ορισμένα μεν γεγονότα (π.χ. Τρωϊκός πόλεμος) έχουν ίσως κάποια σημασία, αλλά δυστυχώς επιχείρησε και χρονολογήσεις κατακλυσμών (Πρώτος επί Ωγύγου το 1759 π.Χ. και δεύτερος επί Δευκαλίωνος το 1529 π.Χ. - βλ. «Ωγυγία» τόμ. Δ΄ σελ. 222 και 278) και άλλων καθαρά μυθολογικών γεγονότων (π.χ. αναφέρει - «Ηπειρωτικά», σελ. 38 - ότι οι «Πελασγοί» αποίκησαν την Ήπειρο το 1529 π.Χ.) αναφέροντας τελείως αυθαίρετες χρονολογίες, με αποτέλεσμα το σπουδαίο έργο του να αποκτά χροιά αναξιοπιστίας, παρά το προφανές ελαφρυντικό του επιπέδου της ιστορικής επιστήμης και των γνώσεων της εποχής του. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να δικαιολογηθούν και κάποιες λανθασμένες χρονολογίες καθαρά ιστορικών γεγονότων όπως π.χ. η κατάλυση της Μηδικής αυτοκρατορίας από τον Πέρση αυτοκράτορα Κύρο ΙΙ, που αντί του ορθού 550 π.Χ. δίνεται από τον Αθ. Σταγειρίτη το 559 π.Χ. (Τρόπαιον Ελληνικόν, σελ. 8) μια διαφορά δεκαετίας περίπου, απόλυτα συγγνωστή.

Αθ. Σταγειρίτου «Ηπειρωτικά», Βιέννη 1819


Και εάν μεν για τον Αθ. Σταγειρίτη υπάρχουν ένα σωρό ελαφρυντικά και δικαιολογίες, για τους σύγχρονους είτε ημιμαθείς ονειροπαρμένους είτε κουτοπόνηρους ελληνέμπορους της «μη-συμβατικής» ψευδοϊστορίας δεν υπάρχει απολύτως καμία επιείκεια και είναι άξιοι κάθε χλευασμού και «κραξίματος». Αντίστοιχα, οι απόψεις του Αθ. Σταγειρίτη για διάφορα αρχαιολογικά, γλωσσολογικά και εθνολογικά ζητήματα, για τα οποία ακόμη και σήμερα υπάρχουν διχογνωμίες και αδιευκρίνιστα σημεία, είναι φυσικό να αντιμετωπίζονται επίσης με συμπάθεια, αν αναλογισθούμε το επίπεδο ανάπτυξης αυτών των επιστημών εκείνη την εποχή. Έτσι, οι μεν απόψεις του Αθ. Σταγειρίτη περί Πελασγών (*), Αβάντων, Δρυόπων, Μολοσσών κ.λπ. (βλ. «Ηπειρωτικά, ήτοι Ιστορία και Γεωγραφία της Ηπείρου» - Βιέννη, 1819, σελ. 35-60) συχνά διαβάζονται ευχάριστα αντιμετωπιζόμενες ως αξιοπερίεργες για τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής, αλλά το να παρουσιάζονται σήμερα ως «επιστημονικές αποδείξεις» για τα θέματα αυτά, έχει νομίζω κάποια διαφορά, που για τους σημερινούς «μη-συμβατικούς» ελληνοκάπηλους, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ορατή και αντιληπτή.

_________________________________
(*) «…Γνωρίζομεν όμως, ότι το αρχαιότερον έθνος της Ελλάδος ήσαν οι Πελασγοί. Και ούτοι ήσαν τα αυτόχθονα και γνήσια τέκνα της Ελλάδος, τα οποία διηρέθησαν ύστερον εις διάφορα έθνη και διαφόρους ονομασίας, αφ’ ού ηνώθησαν και με άλλα πολλά ξένα έθνη. Η δε φωλεά τούτων, όθεν εξήρχοντο ως μύρμηκες , ήτον η Πελοπόννησος, και μάλιστα η Αρκαδία. Από εκεί λοιπόν διασκορπιζόμενοι οι Πελασγοί, εγέμησαν (σ.σ. sic) όλην την Ελλάδα, τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, την Ιταλίαν, και την μικράν Ασίαν…» («Ηπειρωτικά», σελ. 35-36).

Δ.Ε.Ε.